Από μικρός έμαθε να βλέπει πίσω απ’ τη βιτρίνα και να αποκαλύπτει την αλήθεια μέσα απ’ τα φτιασίδια και τις «σάλτσες» του Καθωσπρεπισμού. Ο Γιώργος Αραπάκης ιερουργεί με τις μπαλάντες του, ανελλιπώς και σταθερά, στη Σόλωνος, στον αριθμό 103.
(απόσπασμα)
[...].Η Νύχτα φίλε μου καταβροχθίζει συνειδήσεις και κουρελιάζει Όνειρα. Είναι ένα ποτάμι που, όταν είσαι απ’ έξω, μοιάζει με τον Γαλάζιο Δούναβη και ακούγεται σαν βαλς του Στράους. Και όταν πέσεις μέσα, διαπιστώνεις πως είναι ο Ποδονίφτης, που κατεβαίνει σαν οχετός με τα λασπόνερα της πρόσφατης Οικονομικής καταιγίδας και τα ψυχικά απόβλητα της αέναης Καψούρας και της σεξουαλικής Πείνας.
Παρασέρνει όμως στο διάβα της όλες τις κακοτεχνίες των επιτήδειων εργολάβων και πνίγει τους ανυποψίαστους και διασκεδασοδιψείς πιστούς της.[...].Ταξιδεύω στη Νύχτα, τριάντα πέντε χρόνια. Κάποιες στιγμές κοιτάζω απ’ το θολωμένο παράθυρο στο βαγόνι της Ύπαρξής μου και αναγνωρίζω τοπία που έχω ξαναδεί, πρόσωπα που μοιράστηκα τη Ζωή μου, τραγούδια που αγάπησα και με σημάδεψαν, φίλους παλιούς που χάθηκαν στη δική τους πορεία. Και τότε, αναπόφευκτα, κάνω τους συνειρμούς και προσπαθώ να απαντήσω στα ερωτήματα:
Πού είναι ο Νικόλας; Πήγε να συναντήσει τον Δον Κιχώτη, αυτόχειρας.
Πού είναι ο Παύλος ο Πρίγκιπας; Πήρε το καραβάκι του Ρεμπώ και ταξιδεύει με τον Λένον και τον Λοΐζο στις θάλασσες των ονείρων τους.
Πού είναι ο Θανάσης; Αποκαρδιωμένος γύρισε στην Κομοτηνή και παραμένει ανέπαφος, ονειροπόλος και αλώβητος κάνοντας «εκδρομές» με «Ώτο – Στοπ», παρατηρώντας τους χωριάτες «να τρώνε το κασέρι με ψωμί» στα βαγόνια των ανεκπλήρωτων «θέλω» του. Γράφει ακόμα τραγούδια κι όταν κατεβαίνει στην πρωτεύουσα έρχεται να με συναντήσει και μιλάμε ώρες για τα παλιά...
Η Σοφία; Τι απέγινε η Σοφούλα; Γύρισε από δω κι από κει σε Πίστες και Φεστιβάλ τραγουδώντας σουξέ και καψουροτράγουδα και κατέληξε να κάνει τη δασκάλα σε ριάλιτυ.
Εγώ; Πού είμαι; Σε μια σοφίτα ονειρεύομαι τις καλύτερες μέρες που δεν ήρθαν.
Ζω με μια αγέλη λύκων στο κέντρο της πόλης και όταν κοιτάζω προς τα πάνω κλείνω το μάτι στους «δικούς» μου: «Κρατάω ακόμα παιδιά»...


