Eκδόσεις Heteron


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
To “Canavaccio / Κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης” παρουσιάζει την ιστορία της κάνναβης στην Ελλάδα, όταν η καλλιέργειά της ήταν νόμιμη και το κράτος τη φορολογούσε. Κείμενα και ρεπορτάζ του Τύπου από το 1893 μέχρι το 1960, καταγράφουν την πλατιά διάδοση της χασισοποσίας σ’ ένα κομμάτι της κοινωνίας, στις φυλακές, στους τεκέδες –που η λειτουργία τους είχε εξαπλωθεί σ’ όλη τη χώρα– και σκιαγραφούν το χαρακτήρα του χασικλή με τα μελανότερα χρώματα.
Η έκδοση περιλαμβάνει φωτογραφικό υλικό και πίνακες της αστυνομίας από τη δεκαετία του 1930, κείμενα για την ολλανδική πολιτική στο θέμα των ναρκωτικών και για τα coffee shops, την ιστορία της κάνναβης στους λαούς, τα ρεμπέτικα-χασικλίδικα τραγούδια και τους δημιουργούς τους, τους ποιητές Ν. Λαπαθιώτη και Μ. Παπανικολάου και τη σχέση τους με τις ουσίες, γλωσσάρι κλπ.
«Οι χασισοπόται εκ της επιδράσεως του χασίς και της όλης αυτών διαβιώσεως, έχουν διαμορφώσει ίδιον τύπον με έντονα εξωτερικά γνωρίσματα και συμπεριφοράν, εξ ων διακρίνεται η αντίθεσις αυτών προς το κοινωνικόν σύνολον.
Ο χασισοπότης διακρίνεται από τας βραδείας κινήσεις του, την πελιδνήν όψιν του προσώπου, το απλανές και πονηρόν βλέμμα και από το κάτω χείλος όπερ κρέμαται κυριολεκτικώς, δίδον έκφρασιν καταπεπονημένου και σκοτεινού ανθρώπου. Η ομιλία του είναι βραχνή και προφέρει βραδέως τας λέξεις, παρενθέτων συνθηματικάς φράσεις. Αι κινήσεις και το ύφος του, οσονδήποτε και αν εμφανίζεται ούτος ενδεδυμένος καλώς, προδίδουν την ιδιότητά του, διότι βαδίζει πάντοτε νωχελώς με κυρτωμένην ελαφρώς την μιαν ωμοπλάτην και με κρεμασμένας τας χείρας κατά μήκος του σώματος. Το όλον ύφος του είναι βαρυαλγές και διαρκώς παραπονείται δια την “άτιμη” τύχην του.
Γενικώς ο χασισοπότης αποφεύγει την έντιμον εργασίαν και παρουσιάζει δραστηριότητα μόνον οσάκις εγκληματεί, οπότε επιδεικνύει αλληλεγγύην, φιλοτιμίαν και γενναιότητα δια την προστασίαν των ομοίων του χασισοποτών».
ΣΕΙΡΑ:Δοκίμιο
ΤΙΤΛΟΣ:Canavaccio,Kείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης.
Συλλογικό έργο
ISBN 960-89868-2-6
ΣΧΗΜΑ: 17X24
ΣΕΛΙΔΕΣ:237
ΤΙΜΗ: 17 €
Κεντρική Διάθεση: Α. Χριστάκης Α.Ε.
Ιπποκράτους 10, 10679 – Αθήνα
τηλ. 210 3607876
fax. 210 3638489
mail: xristaki@otenet.gr


Οι φωτογραφίες στο βιβλίο και το site (τεκέδες, αστυνομικές αναφορές, εικόνες χασισοποτών και ναργιλέδων) δημοσιεύονται κατόπιν αδείας του Ε.Λ.Ι.Α.
(απόσπασμα από το βιβλίο)
Πότες, αστυνόμοι και τα σέα...
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘30 η παγκόσμια οικονομική κρίση είχε ανεβάσει στα ύψη την ανεργία και τον πληθωρισμό.
Οι συνθήκες διαβίωσης για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν δύσκολες και τα κατώτερα αστικά στρώματα των πόλεων, μαζί με τους εργάτες και τους πρόσφυγες, συχνά επιβίωναν χάρη στα δημοτικά συσσίτια. Είναι μια περίοδος που ο τιμάριθμος καλπάζει και τα ευρέα λαϊκά στρώματα ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Η αισχροκέρδεια και η νοθεία στα τρόφιμα συμπληρώνουν και επιβαρύνουν το αρνητικό κλίμα. Στον αντίποδα, η κοσμική ζωή των ανώτερων τάξεων συνεχιζόταν απρόσκοπτα με χαρτοπαιξία, παιχνίδια στον ιππόδρομο και κοσμικές εκδηλώσεις. Ο νέος τρόπος ζωής θεμελιώνεται πάνω στο μοντέλο του καταναλωτισμού και εισάγονται καινούργια υλικά σύμβολα όπως το ραδιόφωνο και το αυτοκίνητο τα οποία, στο εξής, θα καθορίσουν την κοινωνική ιεραρχία.
Προσφέρεται και καφές
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ανθεί η χασισοποσία. Καφενεία που πωλούν «καραμέλες, σοκολάτες, ζαχαρωτά και λοιπά», ή άλλα που –όπως αναφέρει κάποια εφημερίδα– αναγράφουν σε ξεχωριστή πινακίδα δίπλα στο τζάμι ότι «προσφέρεται και καφές» αν και στην πρόσοψη υπάρχει τεράστια ταμπέλα που γράφει ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ, ενημερώνουν συνωμοτικά για το διαθέσιμο μαυράκι και βρίσκονται σε κάθε γειτονιά. Στο Βοτανικό, στον Υμηττό, στο Μεταξουργείο, στην Καισαριανή, στις παράγκες του Πειραιά δίπλα στους πρόσφυγες, αμέτρητα χαμόσπιτα, μαγαζάκια και καφενεδάκια γεμίζουν το ναργιλέ με χασίσι και τον «πατάνε» για να πιούν οι ενδιαφερόμενοι. Άλλα τόσα μαγαζιά υπάρχουν στο Βόλο, στη Λάρισα, την Πάτρα και την Καλαμάτα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας λειτουργούν 18 τουλάχιστον χασισοποτεία, στο συνοικισμό Νεάπολη της Θεσσαλονίκης γύρω στα 15 και τρία ακόμη βρίσκονται στη συνοικία Χαριλάου.
Οι χασικλήδες συλλαμβάνονται, δικάζονται, εξορίζονται ή κρατούνται για λίγο καιρό στη φυλακή προς σωφρονισμό και στη συνέχεια αφήνονται ελεύθεροι. Τεκέδες κλείνουν και ξανανοίγουν, μέχρι να τους επισκεφτούν ξανά τα λαγωνικά της Αστυνομίας Πόλεων.
Στα χρόνια της φτώχειας και της ανεργίας, ο ναργιλές, το χασίσι κι ο μπαγλαμάς που τραγουδάει την επιθυμία για το βοτάνι της Προύσας –αυτό που «ακόμη και τον πόνο των αμαρτωλών στον Άδη μπορεί να γιάνει»– αποτελούν την καθημερινότητα μιας αρκετά μεγάλης ομάδας ατόμων. Είναι ακατανόητο για όσους ευημερούν, για τους πολιτικούς, τους ανθρώπους του τύπου και των γραμμάτων ή τους λιμοκοντόρους, τους βαρυσήμαντους εν ολίγοις της εποχής, πώς γίνεται μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων να υπερβαίνει την καθημερινή μιζέρια και την αβεβαιότητα της επιβίωσής της, ρουφώντας τα ντουμάνια μιας αμφιλεγόμενης δρόγης, ακολουθώντας μια ιεροτελεστία που ενισχύει την αδερφικότητα, την ταύτιση και τον κοινό αναστεναγμό για όσα πληγώνουν. Είναι δύσκολο να καταλάβουν πώς αυτοί οι ταλαίπωροι, οι άνεργοι, οι μεροκαματιάρηδες, οι εργάτες, μαζί με τους αργόσχολους, τους παράνομους και τους νταήδες, βρήκαν μια κοινή ηδονή που τους ενώνει. Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι όλοι αυτοί έχουν τη δική τους ιερή «μήτρα», που μέσα της ο χρόνος κυλάει αργά και οι αισθήσεις αυτονομούνται. Κι αφού τραβήξουν μια επιπλέον βαρβάτη ορθοπεταλιά, πιάνουν τα όργανα και αφηγούνται ιστορίες για το χασίσι, που σβήνει τους νταλκάδες και φέρνει τη λησμονιά από ένα σεβντά που κεντάει σαν το φίδι.
Τα ρεμπέτικα τραγούδια των τεκέδων, τα ονομαζόμενα και χασικλίδικα, χρόνια μετά τη γαλλική «Λέσχη των Χασισιστών», που η τέχνη τους
βγαλμένη από εσωτερικές αβύσσους– προσπαθούσε να συλλέξει το άναρχο «όνειρο» της τετραϋδροκανναβινόλης, έρχονται σε παρόμοιες συνθήκες μέθης να αφηγηθούν λιτά και αφτιασίδωτα αυτό που τους τρώει.
Οι δικοί μας «ποιητές των καταγωγίων» δεν εμβαθύνανε ούτε αναλύανε τις καταστάσεις με τον τρόπο που το έκαναν ο Μπωντλέρ ή ο Θεόφιλος Γκωτιέ στο Παρίσι της δεκαετίας του 1840. Στα χαμόσπιτα που γεννιούνται οι εμπνεύσεις του μπαγλαμά, δεν υπάρχουνε πιάτα από σμάλτο ή πορσελάνη, ούτε μεγάλα βενετσιάνικα κύπελλα και οι αίθουσες δεν έχουν σκαλιστά επιχρυσωμένα φατνώματα, μπερζέρες ή τζάκια μαρμάρινα. Το ελληνικό παράπονο εκφράζει ό,τι βλέπει και βιώνει, αβίαστα. Με λίγες άμεσες κουβέντες, στολισμένες απ’ τη μονότονη παρουσία του μικροσκοπικού μπαγλαμά, φτιάχνουν τραγούδια για το ναργιλέ που αποκτά πλέον υπόσταση συντρόφου, παινεύουνε το καλό χασίσι και περιγράφουνε λεπτομερώς τα παθήματα και τις αναποδιές του βίου τους:
Ένα βραδάκι βρε παιδιά μας στήσανε καρτέρι
Και μας περικυκλώσανε μέσα στου μαουνιέρη.
Κάποιος μπαμπέσης ο άτιμος, μαρτύρησε το χάνι
Ήρθαν και μας μπλοκάρανε δώδεκα πολιτσμάνοι
Τα κλομπς βαρούσαν δώδεκα κι εμείς μαστουρωμένοι
Τρεις κάμες ξεβρακώσαμε, μα βγήκαμε χαμένοι
Φάγαμε ξύλο, βρε άθεο, μον’ πώς δεν μας σκοτώσαν
Και όλους από τέσσερα χρονάκια μας φορτώσαν.
Σε δυο στροφές όλες κι όλες, μαθαίνουμε ποιος τους την έπεσε, ότι κάποιος κάρφωσε τον τεκέ, δέχθηκαν επίθεση, ξεβράκωσαν τρεις κάμες κι έφαγαν τέσσερα χρόνια, λόγω μαστούρας. Αυτή η τραγική κατάσταση μεταμορφώνεται σε έναν ξερό νταλκά, κεντημένο με τα όργανα που έφεραν οι πρόσφυγες απ’ την Ανατολή, την οποία η α φαν γκατέ των Αθηνών θέλει να ξεχάσει. Οι δαρμένοι μετά την αποφυλάκιση τραγουδάνε με την ομήγυρη στον τεκέ την περιπέτειά τους, ξαναφουμάροντας έναν καλοπατημένο ναργιλέ.
Ο μπαγλαμάς
Το 1934 οι αναγνώστες του «Θάρρους» στον Πειραιά, πληροφορούνται για τον μπαγλαμά, αυτό το άγνωστο όργανο το οποίο ελάχιστοι γνωρίζουν αφού σπάνια ακούγεται σε οικογενειακές διασκεδάσεις και σχεδόν ποτέ σε κοσμικές συγκεντρώσεις. «Τα τραγούδια του μπαγλαμά δημιουργούνται ως επί το πλείστον στις φυλακές και στους τεκέδες από λωποδύτας και χασισοπότας και γι’ αυτό ο πολύς κόσμος τα αγνοεί» γράφει ο συντάκτης Φ. Γ. Σημειώνει δε ότι πολλές εκατοντάδες λαϊκών δίστιχων, αληθινών αριστουργημάτων, εμπνεύσθηκαν από τους ήχους του μπαγλαμά. Ο αρθρογράφος δεν παίρνει θέση απέναντι στον τρόπο ζωής των δημιουργών, κάνει όμως μια απόπειρα να μεταφέρει στους αμύητους αναγνώστες το μουσικό ύφος αυτών των άγνωστων ακουσμάτων.
«Τα τραγούδια του μπαγλαμά, από απόψεως μέτρου παρουσιάζουν αυτήν την ιδιορρυθμίαν. Είνε τα πλείστα οκτασύλλαβα, δίστιχα ή τετράστιχα, ενώ τα δημοτικά μας τραγούδια είνε συνήθως δεκαπεντασύλλαβα. Αλλά και οι σκοποί των –έχουν δυο τρεις σκοπούς ξεχωριστούς– είνε γοργότεροι από τους σκοπούς των περισσοτέρων των δημοτικών μας τραγουδιών. Τα θέματα επίσης των τραγουδιών του μπαγλαμά περιγράφουν τα πράγματα που αφορούν την ζωήν της παλληκαριάς, της φυλακής, των χασισοποτείων και άλλων καταγωγίων και την πάλην μεταξύ λωποδυτών και χωροφυλάκων».
Ο συντάκτης εξηγεί ότι λόγω της ατμόσφαιρας στην οποία εμπνεύστηκαν τα συγκεκριμένα τραγούδια, δεν μπορούν να αναφέρονται παρά μόνο σε τέτοια θέματα. Και κλείνει δημοσιεύοντας για το κοινό ένα καθ’ αυτό τραγούδι της φυλακής: «Σήκω το γελεκάκι μου να ιδής τη μαχαιριά μου / για σένα μου τη δώσανε βαθειά μες στην καρδιά μου!»
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι θαμώνες των τεκέδων, οι οπαδοί της ηδονιστικής δρόγης, δεν είναι μόνο εγκληματίες και αργόσχολοι ηδονιστές, όπως θέλει να τους παρουσιάζει η αστυνομία και οι εφημερίδες της εποχής. Από τα στοιχεία που υπάρχουν, το μόνο έγκλημα που οι περισσότεροι φαίνεται να διέπραξαν είναι ότι κάπνιζαν το απαγορευμένο πλέον και με νόμο φυτό, το οποίο επιφέρει την ποθητή γαλήνη απομακρύνοντας τις μαύρες ιδέες που γεννάει η φτώχεια.
Συλλήψεις χασισοποτών και τοξικομανών στη δεκαετία του 1930
Η πλειοψηφία των συλληφθέντων για χασισοποσία το έτος 1930, όπως φαίνεται από τον πίνακα «Παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών φαρμάκων των συλληφθέντων τοξικομανών–χασισοποτών» (πιν. 1 και 2, σελ. 47), είναι άνεργοι.1 Ειδικότερα, σε σύνολο 685 ατόμων που συνελήφθησαν από την Γενική Ασφάλεια Αθηνών το 1930 για χρήση κοκαΐνης, ηρωίνης ή κάνναβης, οι 468 καταγράφονται ως άνεργοι. Από αυτούς, οι 31 έκαναν χρήση κοκαΐνης και ηρωίνης, ενώ 437 πιάστηκαν να καπνίζουνε χασίς σε τεκέδες. Από τον πίνακα, φαίνεται ότι η αμέσως επόμενη σε πληθυσμό ομάδα συλληφθέντων είναι οι καφεπώλες: σύνολο 43, καθώς και 23 υπάλληλοι καφενείου. Οι 33 από τους συλληφθέντες ήταν βιοτέχνες, 27 εργάτες, 16 εφημεριδοπώλες και οι υπόλοιποι φαρμακέμποροι, παλαιοπώλες, οδηγοί αυτοκινήτων και δύο στρατιωτικοί. Οι καφεπώλες, δηλαδή οι τεκετζήδες, είναι πρώτοι στη λίστα των συλληφθέντων για τοξικομανία (κοκαΐνη, ηρωίνη). Τριανταπέντε από αυτούς πιάστηκαν για ναρκωτικά (κοκαΐνη, ηρωίνη) και μόλις 8 να καπνίζουνε χασίς εντός του καταστήματος.
Αυτά τα στοιχεία αποτυπώνουν μια σχετική μόνο εικόνα της εποχής και των πρωταγωνιστών της, αφού σ’ αυτούς δεν καταγράφονται φυσικά όσοι χρήστες απέφυγαν την τσιμπίδα του νόμου. Και είναι γεγονός ότι η υψηλή κοινωνία της εποχής δοκίμαζε τις απολαύσεις του χασίς αλλά και της κοκαΐνης, στην ασφάλεια και τη μυστικότητα του σαλονιού της. Είναι χαρακτηριστική άλλωστε η αναφορά της εφημερίδας «Ακρόπολις», ήδη από το 1915, για όργια σε σπίτια περί την πλατεία Κάνιγγος, στα οποία συμμετείχαν γιοι τραπεζικών και φοιτητές, επιδιδόμενοι σε αιθεροποσίαν και κοκαϊνοποσίαν «ανάμεσα σε γύναια της νυκτερινής και της υπογείου ζωής των καφέ σαντάν, διαρκούσαν ολοκλήρους οργιώδεις νύκτας».
Σημειώστε ότι στους αριθμούς των συλληφθέντων δεν συμπεριλαμβάνονται οι απλώς χρησιμοποιούντες ναρκωτικά που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του τότε ισχύοντος νόμου «περί επαιτείας και αλητείας» (βλ. Canavaccio, «Η ποινικοποίηση της ινδικής κάνναβης», σελ. 25).
Στην αναφορά της αστυνομίας που συνοδεύει τον αναλυτικό πίνακα των συλληφθέντων μαθαίνουμε ότι «η απλή χρήσις ναρκωτικών, πλην του χασίς δεν εθεωρείται αυτή καθ’ εαυτήν ως κολάσιμο αδίκημα υπό του τότε ισχύοντος Νόμου “περί μονοπωλείου ναρκωτικών φαρμάκων” και συνεπώς η Αστυνομία δεν είχε το δικαίωμα της συλλήψεως των απλώς τοξικομανών».
Η ίδια αναφορά, για τους τοξικομανείς, καταγράφει ορισμένα συμπεράσματα ως προς την έξη τους και τον τρόπο που την απέκτησαν:
«Ως προκύπτει, μόνον 1,15% εκ του συνόλου των κατά το έτος 1930 συλληφθέντων είχον σωματικήν αναπηρίαν και πιθανόν ν’ απέκτησαν την έξιν κατά την διάρκειαν της θεραπείας των τραυμάτων των. Δια το 98,8% τούτων δεν δύναται να υποστηριχθή το τοιούτον, διότι και η σύφιλις, υφ’ ης έχουσι προσβληθή το 7,5% και η φυματίωσις, εξ ης πάσχουσι τα 4,9% του συνόλου, δεν συνοδεύονται υπό πόνων, οίτινες να έχωσιν ανάγκην καταπραϋντικών.
Το πιθανώτερον επομένως είναι, ότι το μέγα ποσοστό των τοξικομανών απέκτησε την έξιν της χρήσεως ναρκωτικών, διότι παρεσύρθη εις τον αλητικόν βίον και υπό την επίδρασιν του παραδείγματος άλλων αλητών ειθισμένων εις την χρήση ναρκωτικών, ή διότι ηθέλησεν εκ περιεργείας ή εκ μιμήσεως να δοκιμάση τι αισθάνονται οι τοξικομανείς και εκυριεύθη υπό του πάθους.
Ούτως εκ των 695 συλληφθέντων του έτους 1930:
Οι 31 ειθίσθησαν εις την χρήσιν ναρκωτικών συνεπεία μιμήσεως.
Οι 484 διότι παρεσύρθησαν εις τον αλητικόν βίον εκ φυγοπονίας.
Οι 106 διότι παρεσύρθησαν εις τον αλητικόν βίον λόγω ροπής από χαρακτήρος.
Οι 11 διότι παρεσύρθησαν εξ ενδείας και οι 63 με την πρόθεσιν του κέρδους ησχολούντο εις την πώλησιν ναρκωτικών και ειθίσθησαν και οι ίδιοι εις την χρήσιν των».
Οι αστυνομικές αρχές ανησυχούν επίσης για την αύξηση της εγκληματικότητας και τη συσχετίζουν με τους τοξικομανείς και τους χασισοπότες. Αυτή η αύξηση, λένε, είναι απότοκος της ειδικής ψυχικής καταστάσεως υπό την οποίαν διατελούν οι τοξικομανείς και χάρις εις την οποίαν χαλαρούται η ψυχική αντίστασις εις τας παρορμητικάς προς διάπραξιν εγκλήματος πράξεις. Έτσι, οι χασισοπότες υπό την επήρεια του χασίς εκτρέπονται σε επιθέσεις, τραυματισμούς και ληστείες, ενώ οι άλλοι τοξικομανείς (ηρωινομανείς κλπ.) προσβάλλουν ως επί το πλείστον την ξένη περιουσία.
Η μέθοδος που εφαρμοζόταν τότε για την αποτοξίνωση των εθισμένων ήταν η «εν ειδικοίς απομονωτηρίοις δια της βαθμιαίας αποχής εκ της χρήσεως των προκαλεσάντων την τοξικομανίαν ταύτην ναρκωτικών».
Την ίδια περίοδο γίνεται λόγος και για τα αποκαλούμενα «αντιοπικά καταπότια» (pilules antiopium), τα οποία χρησιμοποιούσαν ευρύτατα στη Μέση Ανατολή και διαφημίζονταν ως αβλαβή, υποσχόμενα ότι επιφέρουν γρήγορα την ίαση. Όμως, η χημική τους ανάλυση έδειξε ότι αυτά «πλην της καφεΐνης, κινίνης ή της στρυχνίνης περιέχουσι ποσότητας ποικίλλας ηρωίνης (διακετυλομορφίνης)»!
Το συμπέρασμα είναι ότι: «το πρόβλημα της τοξικομανίας θα λυθεί αφ’ εαυτού δια της κοινής και ειλικρινούς συμφωνίας όλων των Κρατών περί του περιορισμού της παραγωγής των ναρκωτικών και της κατανομής αυτών αποκλειστικώς και μόνον δια τας θεραπευτικάς ανάγκας των λαών και της διαχειρίσεως των προς τον σκοπόν τούτον αναγκαιουσών ποσοτήτων μονοπωλιακώς παρά των Κρατών και δια των υπευθύνων κυβερνήσεων».
Οι αντιδράσεις των τοξικομανών υπό το σύνδρομο στέρησης
Ο τοξικομανής μοιάζει σαν ένα παροξυσμικό ερεβώδες αγρίμι στα μάτια της αστυνομίας, η οποία δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί την κατάσταση. Της λείπουν οι γνώσεις, τα εφόδια και η διάθεση. Οι αστυνομικοί του τμήματος Γενικής Ασφαλείας γίνονται μάρτυρες των αντιδράσεων όσων δεν έχουν λάβει τη δόση τους. Περιγράφονται με γλαφυρό τρόπο το 1930 σε Έκθεση του αστυνόμου Α. Κουτσουμάρη:
«Κρατούμενοι τοξικομανείς, όταν εγγίζη η ώρα, καθ’ ην έδει να λάβουν την συνειθισμένην δόσιν ναρκωτικού των, απαιτούν επιμόνως να τοις χορηγηθή αύτη παρά των αστυνομικών, ωρυόμενοι κυριολεκτικώς εναντίον των εν περιπτώσει αρνήσεώς των. Βλασφημούν, εκστομίζουν τας χυδαιοτέρας των ύβρεων ή αλλάζοντες τόνον εκλιπαρούν τον οίκτον των επί της δυστυχίας των. Θρηνούν γοερώς και με λυγμούς. Ρίπτονται επί του δαπέδου κτυπώντες και την κεφαλήν των ακόμη καταγής. Σείουν μανιωδώς την θύραν του κρατητηρίου ή καταφέρουν ισχυρά λακτίσματα επ’ αυτής αναστατώνοντες κυριολεκτικώς την συνοικίαν δια να περιπέσουν μετ’ ολίγον, μετά την πάροδον της νευρικής διεγέρσεως συνεπεία εξαντλήσεως, ην υπέστησαν εκ της κρίσεως, εις πλήρην σχεδόν αναισθησίαν, κατά την διάρκειαν της οποίας δεν ακούεται η ο βαρύς βόγγος του άλγους των, όστις επιτείνεται από την εξάντλησιν του οργανισμού των, συνεπεία της ακατασχέτου τάσεως προς έμμετον, ην αισθάνονται».
Η δράση της αστυνομίας
Οι περισσότεροι χασισοπότες στις αρχές της δεκαετίας του 1930 συλλαμβάνονται στη Στοά Πάππου. Πρόκειται για τη στοά που βρίσκεται ακόμη απέναντι από την είσοδο του πρώην Χρηματιστηρίου της οδού Σοφοκλέους. Εκεί, σ’ ένα από τα κεντρικότερα σημεία της πρωτεύουσας που ήταν γνωστό στέκι χασικλήδων και τοξικομανών, πιάστηκαν συνολικά 31 άτομα. Η λίστα της αστυνομίας (εικ. 1, σελ. 51) περιλαμβάνει όλα τα καφενεία–τεκέδες στα οποία έγιναν συλλήψεις και προσαγωγές εκείνη τη χρονιά.
Εκτός από τη Στοά Πάππου, στην οδό Μενάνδρου 50 συνέλαβαν συνολικά 15 άτομα, άλλα 6 πίσω από την Δημαρχία, όλοι μαζί 135 οπαδοί του χασίς πιάστηκαν σε καφενεία που παρείχαν μαζί με τον καφέ και την απαγορευμένη απόλαυση. Καφενεία που λειτουργούν στους πιο γνωστούς δρόμους και περιοχές του κέντρου των Αθηνών: Ζήνωνος και Σατωβριάνδου, Σωκράτους, Αρμοδίου, Πειραιώς, πλατεία Βάθης, αλλά και στη λεωφόρο Συγγρού, στη Μιχαήλ Βόδα και στο τέρμα Αμπελοκήπων.
Όσοι πιάνονται, οδηγούνται στην αστυνομική διεύθυνση για τα περαιτέρω, καταγραφή στοιχείων, καταγραφή στιγμάτων ή άλλων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και φωτογράφηση.....................................................
.....................................................................................................
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΧΑΣΙΣΟΠΟΤΩΝ
Η θεματολογία των ελληνικών εφημερίδων τα τελευταία 100 χρόνια ασχολείται με το χασίς και τα ναρκωτικά, δημοσιεύοντας πλήθος σύντομων ειδήσεων για συλλήψεις λαθρεμπόρων, χρηστών και χασισοκαλλιεργητών. Ο τύπος διαμορφώνει μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο το κοινό αίσθημα, προβάλλοντας το στερεότυπο του χασικλή εγκληματία. Οι χασικλήδες παρουσιάζονται ως φαύλα πρόσωπα, επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια, αργόσχολα τέρατα της κοινωνίας προορισμένα να καταλήξουνε στον βέβαιο θάνατο της ηρωίνης..
. Οι εφημερίδες κρατούν σε εγρήγορση το ενδιαφέρον του κοινού σερβίροντάς του ιστορικά και ερωτικά αναγνώσματα. Δημοσιεύουν σε συνέχειες το βίο και την πολιτεία ξακουστών ληστών ή την άθλια καθημερινότητα των φυλακών και, φυσικά, των χασισοποτείων. Περιγράφουν μαχαιρώματα σε τεκέδες, λωποδύτες χασικλήδες που αλληλοσφάζονται, και διατυπώνουν καμιά φορά υπαινικτικά σχόλια για την αστυνομία η οποία δεν κάνει σωστά τη δουλειά της ανεχόμενη αυτές τις φωλιές των εγκληματιών, τα κολλέγια της επικίνδυνης μαστούρας.
Υπάρχουν παρόμοια ευφάνταστα ρεπορτάζ σε διαφορετικές εφημερίδες, για παράδειγμα το 1911 στο Εμπρος (βλ. σελ. 55-56) και το 1925 στην εφημερίδα Έθνος. Οι συντάκτες παρουσιάζονται ως ήρωες που κατάφεραν με κίνδυνο της ζωής τους να μπουν στα καταγώγια του Πειραιά και στα «εντευκτήρια» των χασισοποτών για να συλλέξουν πληροφορίες. Ο Πότης Κούκης στο Έθνος, γράφει: «Ημέρας ολοκλήρους και νύκτας μακράς κατεγινόμεθα να συλλέξωμεν πληροφορίας περί του πώς θα μπορέσωμεν να πλησιάσωμεν «ντεκέ» ακινδύνως, πώς θα κάμωμεν παρέα με τους χασισοπότας και πώς θα ξεμπλέξωμεν από αυτήν την φασαρίαν χωρίς να δεχθώμεν καμμιά μαχαιριά ή καμιά ξυραφιά για σουβενίρ, πράγμα ουχί ασύνηθες δια τους απροσκλήτους παρεισάκτους» Έμαθαν μέχρι και την αργκό των χασικλήδων από φημισμένους δασκάλους του Πειραιά για να περάσουν απαρατήρητοι, έλαβαν επίσης τρία θαυμάσια περίστροφα από φίλους τους αστυνομικούς με την ευχή «να ΄ναι αχρείαστα». Ο συντάκτης αισιοδοξεί ότι σε περίπτωση παρεξηγήσεως έχουν αρκετές ελπίδες καθώς «είμεθα τρεις, ευτυχώς αρκετά χεροδύναμοι, και έχωμεν αρκετάς ελπίδας ότι “θα φάμε αλλά και θα δώσουμε”, κατά την έκφρασιν ενός της παρέας».
Όσοι χασισοπότες συλλαμβάνονται, φιγουράρουν στις σελίδες του τύπου με όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, ηλικία, επάγγελμα και ακριβή διεύθυνση κατοικίας. Ενώ η ευρύτερη κοινωνία φαίνεται ότι ανέχεται το φαινόμενο της χασισοποσίας ο τύπος και η εξουσία εργάζονται για να χτίσουν μια αρνητική δημόσια εικόνα για το χασίς, τους τεκέδες και, αργότερα, για τους λαϊκούς μάστορες των χασικλίδικων τραγουδιών που ξεπήδησαν μέσα απ’ τα χασισοποτεία. Τα τραγούδια αυτά περιγράφουν έναν ξένο τρόπο ζωής, μη συμβατό με τον ελληνισμό που πρέπει να στρέψει πλέον το βλέμμα προς την Δύση. Οι επιθέσεις κατά της μουσικής των τεκέδων, άρχισαν με καταγγελτικά άρθρα εναντίον των αμανέδων το 1931 και στη συνέχεια επεκτάθηκαν στα τραγούδια που υμνούσαν τη μαστούρα. Η «Παξιμαδοκλέφτρα» για παράδειγμα κατηγορήθηκε ότι «χαμοσέρνει την τέχνη των ήχων στα βρωμερότερα επίπεδα της σαρκικής μουσικής ρυπαρογραφίας».............[ ]
Εφημερίδες/Περιεχόμενα
• ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ (1893) / Το μυστηριώδες καφενείον σελ.126
• ΣΚΡΙΠ (1902) / Τα απόκρυφα των Αθηνών. Οι χασισοπόται εγκληματίαι ...σλ.128
• ΣΚΡΙΠ (1904) / Η σύμβασις Ελλάδος και Αιγύπτου σελ.132
• ΕΜΠΡΟΣ (1906) / Επιψήφισις νομοσχεδίων. Το νομοσχέδιον του χασίς σελ.134
• ΕΜΠΡΟΣ (1906) / Χρονογραφήματα. Έλληνες Φελλάχοι σελ.139
• ΕΜΠΡΟΣ (1909) / Χρονογραφήματα. Το χασίς σελ.141
• ΣΚΡΙΠ (1909) / Δυόμισυ μήνες στον Παλαιόν Στρατώνα σελ.143
• ΣΚΡΙΠ (1909) / Αι αθλιότητές μας. Όλαι αι φυλακαί μας σελ.146
• ΕΜΠΡΟΣ (1915) / Χρονογραφήματα. Οι τεκέδες σελ.149
• ΕΜΠΡΟΣ (1922) / Ένας απηγορευμένος θησαυρός σελ.151
• ΕΘΝΟΣ (1925) / Οι χασισοπόται Αθηνών-Πειραιώς. Προς ανακάλυψιν «ντεκέ» σελ.154
• ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ (1947) / Το Χασίς, ένας μεγάλος κίνδυνος για τη νεολαία μας σελ.160
• ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ (1948) / Ένας μεγάλος κίνδυνος. Το χασίς και οι συνέπειές του σελ.163
• ΕΘΝΟΣ (1956) / Γενική Ασφάλεια ώρα Χ σελ.165
• ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (1960) / Η καλλιέργεια της ινδικής καννάβεως εις την Ελλάδα σελ.169
• ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ (1946) / Η εκστρατεία ενάντια στους τεκέδες σελ.172
Το μυστηριώδες καφενείον. Οι πελάται του. (Εφημερίδα Παλιγγενεσία, 29 Ιουλίου 1893).
Εν μια των κεντρικωτέρων συνοικιών της πόλεως, όπισθεν του Μοναστηρακίου ευρίσκεται μικρόν καφενείον από του οποίου βαρεία εξέρχεται πάντοτε οσμή αναγκάζουσα τους εκείθεν διερχομένους να φράσσωσι την ρίνα των. Την ημέραν σπανίως βλέπεις εντός αυτού άνθρωπον. Την νύκτα έχει πάντοτε κλειστάς τας θύρας, αν τις όμως παρετήρει προσεκτικώς δια του άνωθεν της θύρας μικρού φεγγίτου θα έβλεπεν εντός φως, και αν εφίστα περισσότερον την προσοχήν του θα ήκουεν εντός αυτού του καφενείου συνδιαλέξεις ανθρώπων. Υποκείμενα υπόπτου ποιότητος και μυστηριώδους επαγγέλματος, άγριαι δε συνήθως φυσιογνωμίαι ήσαν οι τακτικοί πελάται του. Κάτι χρωματογραφίαι παριστάνουσαι οικτρώς επεισόδια του ρωσσοτουρκικού πολέμου ήσαν τα μόνα κοσμήματα του μυστηριώδους καφενείου.
Ο αστυνόμος του Δ΄ τμήματος κ. Αρ. Κατσελίδης αγρυπνών την νύκτα της προχθές, ανεκάλυψε το καταγώγιον τούτο και χωρίς να είπη τίποτε ώθησε την θύραν και εισήλθεν εντός αυτού.
Υπό το θαμβόν φως της λυχνίας παρέστη προ πρωτοτύπου θεάματος. Ο κύριος του καταστήματος χυδαιοτάτης φυσιογνωμίας ήτο εξηπλωμένος επί τινός έδρας εν πάση νωχελεία και περιεστοιχίζετο ευλαβώς υπό των αξιοτίμων κ.κ. Μενδρεσέ, Καλαφάτη, Αραπάκη κ.τ.λ. πάντων γνωστών προσωπικοτήτων εις άπαντα τον αστυνομικόν κόσμον.
Ο καφετζής περιεστοιχιζόμενος υπό των υπηκόων του εκάπνιζε μακαρίως χασίς από τινός πρωτοτύπου ναργιλέ συνισταμένου εξ ενός πηλίνου αγγείου εν είδει κουμπαρά φέροντος δύο οπάς επί της μιας των οποίων είνε τοποθετημένον μικρόν καλάμι δι’ ου ροφώσιν, επί της ετέρας δε έτερος μικρός κάλαμος παχύτερος, φέρων εις την έξω άκραν πηλίνην πλάκα κοίλην ολίγον εφ’ ης τοποθετείται το χασίς.
Βρώμα και δυσωδία εβασίλευεν εν τω καφενείω. Οι οφθαλμοί πάντων των λωποδυτών μηδέ του καφετζή εξαιρουμένου, ήσαν θολοί και εφαίνοντο πάντες ως υπό νάρκην διατελούντες.
Ολίγον απωτέρω του περί τον καφετζήν ομίλου ήτο εξηπλωμένος επί τινός παλαιοκαναπέ εις εκ των πελατών, εν αδαμιαία περιβολή.
– Διατί είνε γδυτός αυτός; ερωτά ο κ. αστυνόμος.
– Διότι όταν πίνη χασίς νομίζει ότι βρίσκεται στον Παράδεισον, αποκρίνεται ο καφετζής.
Εις τον τοίχον μιας γωνίας του καφενείου ευρέθη εις τόμος της Χαλιμάς, όζων φρικωδώς, εις άλλην δε γωνίαν ανευρέθη ο βίος και η πολιτεία του Αγ. Ιωάννου του Καλυβίτου!
Οι λωποδύται ως και ο καφεπώλης, συστηματικός χασιτζής, συνελήφθησαν και ωδηγήθησαν εις την αστυνομίαν. Επί του Μενδρεσέ γενομένης ερεύνης ανευρέθησαν εις τα θυλάκιά του επισκεπτήρια φέροντα το όνομά του! Ο κ. αστυνόμος τον συνεβούλευσε να προσθέση κάτωθι του ονόματός του και τον τίτλον του επαγγέλματός του, ούτω: «Ι. Μενδρεσές, λωποδύτης»
_______________________________________________________________


Δείτε το poetry clip των "Πορτρέτων της ωριμότητας"
Λογοτεχνική βραδιά- αφιέρωμα στον ποιητή Γιάννη Γκούμα
Ο Γιάννης Γκούμας, αγγλόφωνος ποιητής –με εκδόσεις σε σημαντικούς
αγγλικούς εκδοτικούς οίκους– και μεταφραστής των περισσότερων παλαιότερων και σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, στα Πορτρέτα της ωριμότητας αποφασίζει για πρώτη φορά ο ίδιος να μεταφράσει τον εαυτό του. Τι σημαίνει αυτό; Πως για πρώτη φορά αισθάνεται έτοιμος να μιλήσει στη μητρική του γλώσσα, ικανός να εξομολογηθεί στην πατρική του διάλεκτο, ώριμος να γνωστοποιήσει τη γονική του ιδιόλεκτο. Κι αυτό γιατί αντιλαμβάνεται πως έφτασε πια η (ποιητική) ώρα να πάρει επιτέλους κάποιος το νήμα από τα χέρια του Σοφοκλή και να ξετυλίξει αλλιώς τον οικογενειακό μύθο, εκπροσωπώντας έτσι όσους δεν τόλμησαν ποτέ να ομολογήσουν πως ο Οιδίποδας ήταν ο παιδικός τους ήρωας… Βαθύτατα ειρωνικός και γενναία αυτό-αναφορικός μιλά με γλώσσα κοφτερή για πρόσωπα κοντινά του αλλά και για χαρακτήρες γειτονικούς, για καταστάσεις καθημερινές αλλά και για αισθήματα διαχρονικά, για τις επικαιρικές τέχνες αλλά και για την απανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα ποίηση. Έτσι φτάνει στο τέλος του ποιητικού δρόμου, εξαγνισμένος και νικητής, γνωρίζοντας πως όσο φως και αίμα ξόδεψε στη διαδρομή της ζωής προς αναζήτηση της εσώτερης και εξώτερης αλήθειας, όλα αποκαθίστανται στην ποίηση.
(Σπύρος Αραβανής
φιλόλογος-δημοσιογράφος)
ΣΕΙΡΑ: Ποίηση
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Γιάννης Γκούμας
ΤΙΤΛΟΣ: Τα πορτρέτα της ωριμότητας
ΕΠΙΛΟΓΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Σπύρος Αραβανής
ΣΧΕΔΙΑΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Στράτος Φουντούλης
ISBN: 978-960-89868-1-7
ΣΧΗΜΑ: 14 x 21 εκ.
ΣΕΛΙΔΕΣ: 102
ΤΙΜΗ: 11 €
ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: Δεκέμβριος 2007
ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ
Η συλλογή αυτή που θα διαβάσατε
δεν είναι τέχνασμα για τη στήριξη τραυμάτων.
Δεν τρέφεται από το ευαγγέλιο
αυτοσυνείδησης και αυτοεκτίμησης.
Δεν επιθυμεί να δημιουργήσει ένα χαρακτήρα
που ελέγχει τον εαυτό του
σε μια αίθουσα όλο καθρέφτες
κάθε φορά που κάτι σκέπτεται ή νιώθει.
Τη κάθε λέξη τη βαραίνει ο πόθος
για γιατρειά και όχι πλήγωμα.
Τώρα αν ο ποιητής φαίνεται να έχει ξεμείνει
παρά τη θέλησή του σε μια αιώνια παιδική ηλικία
είναι γιατί όταν γεννήθηκε
είπαν: «Είναι αγόρι».
Κι αυτό ήταν όλο.
ΔΟΥΛΕΙΑ
Πλένω τα πιάτα
που έπλενε η μητέρα μου
και η μητέρα της πριν απ’ αυτήν.
Τα σκουπίζω καλά καλά
και τα τοποθετώ πίσω
στο ντουλάπι.
Πηγαίνω στο παράθυρο
και γέρνω το κεφάλι.
Η παραλία πέρα γυαλίζει
σαν κολλητική ταινία.
Με λύπη σκέφτομαι: ποιος θα υπάρξει
να συνεχίσει τούτη τη δουλειά;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΟΡΟΦΟΥ
Με ήχο μυρωδάτο, φουστάνι πράσινο βελούδο να συναγωνίζεται
το κουρεμένο γκαζόν, κεφάλι σεβαστικά να γέρνει
κατεβαίνοντας τις σκάλες, τυχαίνει έξω από την πόρτα μου
καθώς την ανοίγω, δήθεν για να πάω τα σκουπίδια κάτω.
Μένει στον τέταρτο όροφο. Πολύ ψηλά για το άγγιγμα
της μασέζ. Και είναι παντρεμένη. Ο άντρας της, κυριευμένος
από τη μοτοσικλέτα του, και υπό την επιρροή του Ralph Lauren.
Κι έχει και μια κορούλα, ονόματι Αλεξάνδρα.
Στο κρεβάτι μου, τα μαξιλάρια το ένα πάνω στ΄ άλλο,
και όχι πλάι-πλάι όπως παλιά.
H EΠΙΣΚΕΨΗ
Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Με καρδιά προβαρισμένη για τον ήχο,
βάδισα μέσα από πέπλα μνήμης
και άνοιξα την πόρτα σ’ έναν τέταρτο αιώνα
απουσίας, είκοσι-πέντε χρόνια ανακωχής
με πλάτη και μήκη.
Δακρυσμένοι πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Φιληθήκαμε, λες και φιλούσαμε εικόνα.
Σταθήκαμε μετά λίγο πίσω να δούμε πόσο νωχελικά
μεγάλωσαν τα χρόνια προς το τώρα.
Αυτό ήταν πράξη πρώτη. Πράξη δεύτερη θα μπορούσε να ’ταν
μια πρόβα τζενεράλε γδυσίματος, εάν το ρόλο που κάποτε παίζαμε
δεν τον σερβίραμε ως κρασί στα ποτήρια μας.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΜΑΣ είναι ποιητής, μυθιστοριογράφος, μεταφραστής, ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, συνθέτης του Νέου Κύματος και τραγουδιστής. Γεννημένος στην Αθήνα, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αγγλία, όπου έζησε είκοσι χρόνια. Συγγραφέας οκτώ ποιητικών συλλογών στα Αγγλικά, πέντε στα Ελληνικά (σε μετάφραση) και μιας τρίγλωσσης συλλογής στα Αγγλικά, Ελληνικά και Τουρκικά. Διετέλεσε αντιπρόεδρος της οικογενειακής ναυτιλιακής εταιρείας στον Πειραιά για αρκετά χρόνια. Το 1994 εγκατέλειψε τη θέση αυτή, για να αφοσιωθεί στην καριέρα του ηθοποιού, παίζοντας μεταξύ άλλων στο Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
TAKE ONE!... Athens, Athens Publishing Center.
SORRY, WRONG NUMBER. London, Oasis Books.
ATHENS BLUES. London, Oasis Books.
SIGNING ON. Knotting, Bedfordshire, The Sceptre Press.
THORNS IN EACH OTHER'S FLESH. Hamilton, New Zealand, Outrigger Publishers.
ATHENIANS GO TO WORK. Knotting, Bedfordshire, The Sceptre Press.
PAST THE TOLLGATE. Athens, Hermes Publications Ltd.
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ. Αθήνα, Η Άμαξα.
SEVENTEEN ELEGIES FOR SAIT SALIM HALMAN - ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΪΤ ΣΑΛΙΜ ΧΑΛΜΑΝ - SAİT SALİM HALMAN İÇİN ON YEDİ AĞIT (τρίγλωσση έκδοση). Αθήνα, Τρία Φύλλα.
THE SILENCE OF OTHERS, Kettering, Northants, Osmosis Editions.
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ. Αθήνα, Κέδρος.
ΜΕ ΣΗΚΩΜΕΝΑ ΤΑ ΜΑΝΙΚΙΑ. Παιανία, Το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου.
ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ ΠΡΙΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ - ONE MINUTE BEFORE MIDNIGHT (δίγλωσση έκδοση). Παιανία, Εκδόσεις Μπιλιέτο.
ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΗ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΧΑΛΑΣΤΡΑ. Παιανία, Το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου.
_______________________________________________________________


«Προσεύχομαι σημαίνει πως προετοιμάζομαι για την εσχάτη των ποινών – για την εκτέλεση» έγραφε ο Bohumil Hrabal, και πάνω στη ρήση αυτή ο Σωτήρης Παστάκας οικοδόμησε είκοσι τέσσερις προσευχές για φίλους, ζώντες και νεκρούς, είκοσι τέσσερις προετοιμασίες για ισάριθμες προσωπικές του εκτελέσεις. Χρησιμοποιώντας συνειδητά υλικό από την βιογραφία του, και αποφεύγοντας να αποπροσωποποιήσει το τελικό αποτέλεσμα, απευθύνεται σε πρόσωπα αγαπημένα, που τον ενώνουν με τη ζωή και το θάνατο, καταφέρνοντας καθ’ όλη τη διάρκεια της τελετής να σταθεί στα πόδια του και να μη λυγίσει τα αισθηματά του.... Άλλοτε σαρκαστικός, άλλοτε μελαγχολικός άλλοτε τρυφερός και άλλοτε οργισμένος αποκαλύπτει τους δεσμούς που τον συνδέουν με καθένα από τα πρόσωπα των «προσευχών» συνθέτοντας τελικά ένα μεγάλο μονόλογο προς τον ένα και μοναδικό «δήμιο» της ζωής μας, τον χρόνο....
Η έκδοση της έκτης ποιητικής συλλογής του Σωτήρη Παστάκα συμπίπτει με τη συμμετοχή του στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης του Σαν Φρανσίσκο (San Francisco International Poetry Festival, July 27, 28 & 29, 2007), όπου είναι επίσημα προσκεκλημένος. Οι «Προσευχές για φίλους» είναι η πρώτη απόπειρα των εκδόσεων Heteron (περιοδικό “Heteron ½”), στο χώρο του βιβλίου.
ΣΕΙΡΑ: Ποίηση / Δίγλωσση έκδοση
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Σωτήρης Παστάκας
ΤΙΤΛΟΣ: Προσευχές για φίλους / Prayers for friends
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ: Γιάννης Γκούμας
ΣΧΕΔΙΑΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Στράτος Φουντούλης
ISBN: 978-960-89868-0-0
ΣΧΗΜΑ: 14 x 21 εκ.
ΣΕΛΙΔΕΣ: 100
ΤΙΜΗ: 12 €
ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: Ιούλιος 2007
ΣΥΝΔΑΙΤΥΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ
στον Γιάννη Μαράβα
Πατέρα, πριν σκεφτείς το γλέντι,
σκέψου τις προετοιμασίες, τις εργατοώρες
που προσφέραμε θυσία στην εστία
της κουζίνας: τα πολυπληθή μάτια
όλα ορθάνοιχτα, να σ’ εξυπηρετήσουν,
τις μπακιρένιες κατσαρόλες,
τα ταχύβραστα, τα εμαγιέ, τα πυρίμαχα,
τις μυρωδιές και τις ευωδιές των σφαχτών,
των χόρτων την ανέλπιδη επίκληση,
των νηστικών τις προσδοκίες.
Φαντάξου για λίγο, Πατέρα, την αγορά
με τα ποικιλώνυμα πλούτη, την αίγλη
των φρεσκοκομμένων καρπών,
τη χλιδή του κρεοπωλείου,
τα εκτεθειμένα κοτόπουλα σαν μπαλαρίνες
να εκθέτουν τη γύμνια τους,
τα σλαβικά τους κάλλη, σφαγμένα κρέατα
νωπά ακόμη στο μαχαίρι, τα ζωντανά τους
αίματα να κολυμπούν απρόσκοπτα
στο πράσινο των χόρτων και της απανταχού
γκρηκ σάλαντ, κι όλα αυτά μαζί
φαντάξου τα στο γιορτινό τραπέζι.
Πριν από το γλέντι σκέψου, Πατέρα,
την αμφιβολία του οικοδεσπότη,
την αμφιθυμία του για το μενού
και το ολιγόωρο της τέρψης.
Φαντάξου, αν θες το πορτοφόλι του,
τ’ αγωνιώδη τηλεφωνήματα, που καθορίζουν
τον ακριβή αριθμό των συνδαιτυμόνων,
του κόσμου όλου, αν τα σπίτια μας
ήταν λίγο μεγαλύτερα, αν το πορτοφόλι μας
ξεχείλιζε από αγάπη κι αν η καρδιά μας
άντεχε να χορτάσει όλους τους πεινασμένους.
Πριν φανταστείς το γλέντι, Πατέρα,
φαντάξου τα περιορισμένα, μέσα
στην ανθηρότητά τους οικονομικά,
τους εκλεκτούς φίλους που αυτοπεριορίζονται
σε κλάσματα δεκαδικών αριθμών, σκέψου
το παροδικό της υπάρξεως,
το περιοδικό των συναισθημάτων.
Φαντάξου τα ελλείμματα, το ελάχιστο
όσων τέλος πάντων κοινωνούν στ’ όνομά σου,
έναντι των εκατομμυρίων που παραμένουν
αμέτοχοι. Φαντάξου την επιλογή,
πριν από το γλέντι, και την οδυνηρή
απόρριψη, τις ετήσιες εξετάσεις,
τα πρόσφορα, τις μετατάξεις, τα φροντιστήρια
έπαθλα, τις ακροαματικές κι επί το πλείστον
γραπτές κι ανεπανάληπτες δοκιμασίες.
Φαντάξου τον περιορισμένο αριθμό
των εισαχθέντων και παραδέξου το,
αφού στην ίδια τράπεζα παραμένει ακόμη
ανέφικτο από κοινού να συμφάγωμεν.
Aρνήσου την καθολικότητα του προσκλητήριου
γεύματος, κι έλα κάθισε στη συντροφιά μας:
ύψωσε το ποτήρι σου, τσούγκρισε
τα νιάτα σου με τα νεανικά μας γεροντάματα
και γλέντησε μαζί μας όπως πάντα,
τα συμφωνηθέντα έπη, τα περιορισμένα
εδέσματα που δεν αποκλείουν κι ίσως,
συντρέχουν αντιθέτως, το ατέρμονο γλέντι
της πίστης μας στον έναν Θεό,
που τυγχάνει έναν προς έναν να μας αναγνωρίζει
γύρω από αυτό το τραπέζι, και να μας ενώνει
διαβατήριο προσφέροντας δια του κεφιού
την οδό, προς την αθανασία,
την αναντίρρητη νεολαία του σήμερα, Πατέρα.
H ΓΥΝΑΙΚΑ ΛΕΥΚΑ
στην Ομορφιά
Αέρας είναι τα χάδια Κύριε, και τα φιλιά,
το ξέρω: η κατ’ εξοχήν διαλείπουσα
χωλότητα της λεκτικής επικοινωνίας.
Φύσηξε απόψε Κύριε, και κλέψε μου
τις λέξεις απ’ το στόμα, αέρα δώσε
ευνοϊκό στα δάκτυλά μου,
από την κατακόκκινη κόμη της
έως το λευκό της ψυχής της.
Φούσκωσε τα δάκτυλά μου
απόψε Κύριε, και καν’ την να θροΐσει,
μ’ εκείνο το ανάλαφρο σύρσιμο, όταν
το φύλλο χαϊδεύει το αδελφάκι του
και σείεται σύγκορμο ολόκληρο το δέντρο.
Έλα, Κύριε, σαν μεταμεσονύχτιο αεράκι
και σήκωσε το καλοκαιρινό της φουστανάκι,
φούσκωσε τα δάκτυλά μου να κερδίσουν
πόντο τον πόντο το δρόμο προς το πυρόξανθο
μουνάκι της, απόψε που κάθισα την ομορφιά
στα γόνατα κι εκείνη μου σφίγγεται:
κάνε το σκοτάδι να λάμψει, μ’ ένα χαμόγελο
όπλισέ με, να αντιπαρέλθω τις ενστάσεις,
να μην πεισμώσω, να μην ενδώσω στο θυμό,
γιατί είναι όλα ωραία κι όποιος οικειοποιείται
την άρνηση, μόνον αυτός, απολαμβάνει.
Κάθισα στα γόνατα την Ομορφιά
και φύτρωσε μια Λεύκα. Ώς το πρωί, Κύριε,
με παίδευε με τα καμώματά της σ’ ένα
μακρόσυρτο και συνεχόμενο φιλί,
ολόφωτο νησί καταμεσής του πελάγους
της επικοινωνίας. Παραμέριζαν τα κύματα,
η κοίλη μάζα κι ο αφρός τους, έτσι όπως
παραμερίζουν οι θαμώνες παραλιακού κέντρου,
και κάνουν χώρο στους δύο που φιλιούνται
ασταμάτητα: η αδιαφορία για τη θάλασσα
κάνει το φιλί νησί και την αγάπη δυνατή
μες στην πολυκοσμία. Ένα νησί είναι
και το φιλί, η βεράντα πάνω στη θάλασσα,
και γύρω από τον γλόμπο τα κουνούπια,
απόψε που ήταν γραφτό να πεθάνει
ένας μεγάλος άντρας, κάτω από την πίεση
των κορμιών μας, που δεν έλεγαν
να απομακρυνθούν παρά τα “μη” και τα “πρέπει”,
γιατί έκλαψα όταν έχυσα μέσα της ξέροντας
πως αύριο δεν θα υπήρχες, γνωρίζοντας
πως εκείνη ήταν το ύστατο δώρο σου,
ρόδο πορφυρό των σαράντα δύο μου χρόνων,
Ανδρέα Παπανδρέου!
Φύσηξε Κύριε, και φέρε ώς εδώ τις νότες
από την Πέμπτη του Μπετόβεν, μέσα
στην ορθάνοικτη πανδαισία των κορμιών μας,
απ’ την απέναντι πολυκατοικία των παραθεριστών,
αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα,
να μας τρομάξει σαν μουσική υπόκρουση
της επερχόμενης στύσης, που είναι ήδη
κάτι παραπάνω από υπόσχεση, αφού η μία στύση
ακολουθεί την άλλη, σαν τις εισαγωγικές
νότες της συμφωνίας κι ο πόθος είναι
σαν να μην βρίσκει διέξοδο αν δεν ολοκληρωθεί
η μουσική μας ευθυμία. Φύσηξε Κύριε,
επωμίσου Εσύ αν θες το βάρος των μαλλιών της,
κι άσε με εμένα να ξεσκίσω το κιλοτάκι της:
τώρα που πέρασαν τα χρόνια και σαν Λεύκα
μου στρέφει πότε την αιμοβόρα της ψυχή
και πότε τα ολόλευκα μαλλιά της, αν θυσία
απαιτεί σημαίνοντος ανδρός για να γίνει
πάλι δικιά μου, αυτή τη φορά
ας πεθάνει ο Κώστας Καραμανλής.
Αέρας είσαι Κύριε,
αέρας του πρώιμου Ιουνίου
που ασημώνει την καταπράσινη Λεύκα,
αέρας στα δάκτυλά μου,
που αφού την γευθούν από μέσα κι απ’ έξω
και την αναποδογυρίσουν, τα μικρά της χείλη
σφράγισε μέσα στα μεγάλα,
ύφαινε τον υμένα κι αίμα
παρθενικό να γίνουν τα έμμηνα,
που λέρωσα ο τιποτένιος με το σπέρμα μου,
κούμπωσε τις θηλές στα βυζάκια της,
και τύλιξέ την, ύστατη χάρη
σου το ζητάω Κύριε,
ανέπαφη κι ανέγγιχτη να την παραδώσω
στον Ερχόμενο, με κόκκινη κορδέλα.
ΑΛΜΑ ΕΙΣ ΤΡΙΠΛΟΥΝ
στον Θανάση Δημούλη, στον Άδη
Αν μπορείς να μας βοηθήσεις Θεέ μου,
βοήθησέ μας τώρα. Τώρα, που ψάχνουμε
το Ι.Χ. και δεν το βρίσκουμε, τώρα,
που η μερική απώλεια της μνήμης,
έχει το ακριβές της αντίτιμο: το αγοραίο
κόμιστρο με διπλή ταρίφα. Μισή ώρα,
τριγυρίζουμε μέσα στους γνώριμους δρόμους,
έξω από το κεντρικό σκυλάδικο
και δεν το αναγνωρίζουμε. Οι εκκωφαντικές
μουσικές, τα γηγενή κι ελληνοπρεπή
κορίτσια πρόθυμα και χαμογελαστά,
να εκστασιάζονται με τα μεταφυσικά μας
αποφθέγματα: μην ευλογείς το Μπλακ Λέιμπελ,
γιατί η νύχτα είναι μικρή και η ζωή
αφόρητα μεγάλη. Αρκεί το ποτήρι
να είναι γεμάτο, να ζευγαρώνει η φιάλη
στο τραπέζι μας, μην είναι οι πότες
αθλητές, μην είναι ταυρομάχοι; Αγαπάς τη Λάρισα
όταν βρέχει, όταν φεύγεις απ’ το μπαρ
και κανείς δεν μπορεί να σε κατηγορήσει
πως κατούρισες τα μπατζάκια σου,
άσχετα αν δεν θυμάσαι πού έχεις παρκάρει.
Αν μπορείς να μας βοηθήσεις Θεέ μου,
μην το κάνεις. Ούτε κραυγές, ούτε θρήνοι,
ούτε δάκρυα, στερέψαμε πια,
μόνον ο άνεμος φυσάει τα δύο τελευταία
εικοσιτετράωρα, κι εμείς φυσάμε
την πρωινή μας κρεατόσουπα:
ο γάμος χρειάζεται τουλάχιστον
την επανάληψή του και μόνον τους άγαμους
να μην λυπάσαι. Άλτες του τριπλούν,
οι πότες κάθε βράδυ, φίλοι εξ’ αγχιστείας,
οι δύο-τρεις που ταίριαξαν τα χνώτα τους
και συνεχίζουν μόνοι τους αυτοί,
απ’ την υπόλοιπη παρέα γιατί επιμένουν
μόνον όσοι έχασαν τη μνήμη τους,
όλοι όσοι έχασαν κάποτε τα μυαλά τους
κι ενίοτε την ψυχή τους, μακάριοι
άνθρωποι κι ευτυχισμένοι που έτυχε
να έχουν κάτι για να το χάσουν.
Όταν πεθαίνει ένας άντρας γεννιέται
ένα γουρούνι, κι όλοι εμείς, τα υπέροχα θύματα
γρυλίζουμε απ’ το απέναντι τραπέζι σου,
Κίρκη των πολλαπλών εναγκαλισμών
των ευτελών εκμυστηρεύσεων
και των ευγενών προκλήσεων,
αβίαστα σε θυμόμαστε, και σε μνημονεύουμε
μες από τα ψέματά σου. Χάρισες
στον καθένα μας την ψευδαίσθηση
που ζητούσε, το χάδι που αποζητούσε,
τη λέξη που περίμενε σαν βότανο
για να γλυκάνει τις μεταφυσικές του αγωνίες,
το συγκεκριμένο του παραμύθι.
Μόνη σου απολαμβάνεις τον πατσά.
Αν δεν μπορείς να μας βοηθήσεις Θεέ μου,
δεν πειράζει: τα καταφέραμε
κι απόψε να δούμε την αυγή, όρθιοι,
πανέτοιμοι για το τελευταίο μας άλμα:
μες από την ομίχλη θα μπουκάρουμε
στο Κάπο Βέρντε, στο Ρεσίφε,
στην κοντινή μας Λισσαβόνα, να σμίξουμε
με τις θεσπέσιες μουσικές, της Τιτίνας,
της Καισαρείας Εβόρα ή του Αγκοστίνο
Ντεπίνα, γιατί η ακριβής μετάφραση
της λέξης saudade, στα ελληνικά
είναι ο άνθρωπος που χάνεται
από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας,
μέσα στον Κάμπο,
μέσα στην πρωινή ομίχλη.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Σωτήρης Παστάκας γεννήθηκε στη Λάρισα (13 Δεκεμβρίου 1954). Σπούδασε ιατρική στη Ρώμη και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική στο ΨΝΑ (Δαφνί). Από το 1985 εργάζεται ως ψυχίατρος στην Αθήνα.
Το 1981 δημοσίευσε για πρώτη φορά τέσσερα ποιήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο», (τευχ. 20, Απρίλιος 1981).Συνεργάστηκε και συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Το 1994 εξελέγη μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Τον Ιούνιο του 2001 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ίδρυση της Παγκόσμιας Ποιητικής Ακαδημίας (World Poetry Academy), στην πόλη της Βερόνας, υπό την αιγίδα της Ουνέσκο. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς φιλοξενήθηκε στο Hawthornden Castle, International retreat for writers , κοντά στο Εδιμβούργο.
Τον Οκτώβριο του 2006 συμμετείχε στη διεθνή συνάντηση ποιητών στο Σεράγεβο (5 th International Poetry Meeting).
Από το 2002 φιλοξενεί στην προσωπική του ιστοσελίδα «poiein», ποιήματα, ποιητές και ποίηση από όλον τον κόσμο.
Έργα του:
Α. Ποίηση:
• Το αθόρυβο γεγονός, εκδ. Το Δέντρο, 1986 (β' εκδ. Πλανόδιον, 2001)
• Η μάθηση της αναπνοής , εκδ. Πλανόδιον, 1990 (β' εκδ. 1999, γ' εκδ. 2001)
• Κοινωνός των αποστάσεων , εκδ. Νεφέλη, 1997 (β' εκδ. Πλανόδιον,2002)
• Νήσος Χίος , εκδ. Πλανόδιον, 2002
• Η μάθηση της αναπνοής...σε τρεις κινήσεις , εκδ. Μελάνι, 2006
Β. Μεταφράσεις:
• Vittorio Sereni, Ποιήματα, εκδ. το Μικρό Δέντρο, 1981
• Sandro Penna, Ποιήματα, εκδ. το Μικρό Δέντρο, 1981
• Umberto Saba, Ποιήματα, Πλανόδιον, τευχ.7, 1988
• Η Αθήνα του Περικλή με ξεναγό τον Σωκράτη, Τουμπής, 2003
Γ. Δοκίμια:
• Εγκόλπιο του καλού αναγνώστη, 24 άρθρα για την ανάγνωση, μόνον στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.poiein.gr