ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΦΑΚΕΛΟΙ

(απόσπασμα)

Το να αρχίσεις να μιλάς ή να γράφεις για τον Ηλία Πετρόπουλο, κι ακόμα περισσότερο το να ολοκληρώσεις το γραπτό σου έχοντας αναφέρει τα "βασικά" γι'αυτόν, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Μια "ζωντανή βιβλιοθήκη που κάηκε"(όπως χαρακτηριστικά είπε γι'αυτόν ο ελληνολάτρης και φίλος του Ζ.Λακαριέ), ένας βαθύς γνώστης των ανθρώπων του περιθωρίου, της λαογραφίας και της ιστορίας…Ήταν όλα αυτά μαζί και άλλα τόσα: δοκιμιογράφος, ποιητής, ένας στιλίστας της γλώσσας κατά τον Δ.Κούρτοβικ, ασεβής -ο πρώτος επίσημα "άθεος"- άφησε πίσω του, εκτός από τα 80 του βιβλία, πολλά άρθρα σε περιοδικά και άφθονα χαρακτηριστικά, αιχμηρά επίθετα, με τα οποία του άρεσε να "στολίζει" πρόσωπα γνωστά, απ' την επικαιρότητα και την ιστορία: "ειδεχθής" λοιπόν η Μπουμπουλίνα, "νοικοκυροπουτάνα" η Μαντώ Μαυρογένους, "τράγος" ο Π.Πατρών Γερμανός και "πουστόμαγκας" ο Βελουχιώτης. Δεν άφησε απ'έξω όμως ούτε τους σύγχρονούς του, τον Ελύτη(αστοιχείωτος), τον Σαββόπουλο (τσογλάνι της ορθοδοξίας), τον Βέλτσο(καραγκιόζης), μέχρι και τον Κώστα Σημίτη(τιποτένιο ανθρωπάριο)…

Όλα αυτά βέβαια είναι ένα απόλυτο τίποτα, μπροστά στο έργο του ανθρώπου. Αυτό προσπαθήσαμε να ψηλαφίσουμε, υποκειμενικά επιλέγοντας τους "φακέλους" του. Ας είναι αυτή μια πρώτη επαφή με το ατίθασο, ελεύθερο, και αεικίνητο πνεύμα του Ηλία Πετρόπουλου …

 

 

Οι αδημοσίευτες επιστολές του Ηλία Πετρόπουλου -που το "Heteron ½ " έχει την τιμή να φιλοξενεί στο πρώτο του τεύχος- εστάλησαν στον παλιό του φίλο Νίκο Αυγέρη, μουσικό, την εποχή που ο Πετρόπουλος ήταν κρατούμενος των φυλακών Κασσάνδρας(1970). Ο ίδιος ο συγγραφέας θεωρούσε ότι οι επιστολές αυτές, που υπάρχουν σκόρπιες και ακατάστατες στο Αρχείο του, είναι πολύ νωρίς ακόμα για να δημοσιευτούν, επειδή συχνά αναφέρονται σε πρόσωπα, φιλικά ή άλλα. Όπως μας είπε η Μαίρη Κουκουλέ, "θα κατατεθούν στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη μαζί με όλη την αλληλογραφία του Ηλία, εν καιρώ τω δέοντι, προς μελέτη". Και καταλήγει, σημειώνοντας: "Αυτά που σας στέλνω, είναι ελάχιστο δείγμα, του πώς ένιωθε και πώς περνούσε ο Ηλίας Πετρόπουλος εκείνη την εποχή στη φυλακή. Από πρώτο χέρι. Ενδεικτικά…".

ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, "Tα Αιρετικά"

ΤΟΥΣ ΧΑΣΙΚΛΗΔΕΣ ΜΗ ΦΟΒΟΥ

"΄Oταν προ αμνημονεύτων ετών, ήμασταν παιδάκια, ξέραμε πολύ καλά πώς να φυλαχτούμε από τους κωλομπαράδες.

Όσοι συμμαθητές μας δεν πρόσεξαν, την έπαθαν. Οι ανήσυχοι πατεράδες έδιναν σχετικές συμβουλές στα αγόρια τους.Οι πλούσιοι έστελναν τα παιδιά τους στο σχολείο συνοδευόμενα από έναν καβάση. Όμως, οι πατεράδες μας δεν μας έλεγαν τίποτα για τους χασικλήδες. Με άλλα λόγια, ο κίνδυνος δεν ήταν οι χασικλήδες, αλλά οι κωλομπαράδες.

Όπως αποδείχτηκε, οι πατεράδες μας είχανε δίκιο.

Τον παλιό καιρό το χασίσι σερνόταvε στον δρόμο. Και το φουμάρανε πολλοί άνθρωποι του λαού. Το χασίσι δεν είχε μπει ακόμη στα σαλόνια. Κάποτε η δυστυχία ήτο μεγάλη. Η φτωχολογιά την αντιμετώπιζε με το τραγούδι, με το κρασάκι

και με το χασίσι. Αρκεί v' ακούσεις σμυρναίικα τραγούδια για να καταλάβεις την τότε πλατιά διάδοσή του.

 

Συνήθως, το χασίσι το φουμάρανε άντρες. Ωστόσο, υπήρχαν και γυναίκες που αναζητούσαν παρηγοριά σ'αυτό.

Τον χειμώνα του 40-41, για να γλυτώσουμε από τους βομβαρδισμούς νοικιάσαμε ένα σπίτι στην Καπουτζήδα(σημερινή Πυλαία). Θυμάμαι την νοικοκυρά μας, μια παντρεμένη σαραντάρα, να στρίβει τσιγαριλίκια το ένα πίσω απ'τ'άλλο-η μάνα μου δεν σχολίαζε το φαινόμενο. Ήταν η εποχή που το χασίσι δεν ταυτιζότανε με το έγκλημα.

Στο ΒιΒλίο μου "Το άγιο χασισάκι", περιέγραψα πώς γνώρισα τον κόσμο τών χασικλήδων στα παιδικά μου χρόνια.

 

Στην περίοδο τής Κατοχής η χασισοποτία φούντωσε. Στην διάρκεια του Αvταρτοπολέμου η φαvταρία κατέφευγε στο χασίσι. Η ηγεσία του λεγόμενου Εθνικού Στρατού παρίστανε τον μαλάκα. Εξάλλου, πριν από κάθε επίθεση στο Γράμμο ή στο Βίτσι πότιζαν τους στρατιώτες με δυνατό αμερικάνικο κονιάκ, που έφτανε στις μάχιμες μονάδες σε γκαζοτενεκέδες.

Μου ήτανε γραφτό να ξαναπέσω στην φάρα των χασικλήδων το '83-84.Αυτό συνέBη στο Βερολίνο, όπου, χάρη στους Τούρκους, το χασίσι έφτανε εκεί σε τεράστιες ποσότητες. Νοσταλγώ αυτήν την εποχή, γιατί, άλλη μια φορά, διαπίστωσα τον γλυκό χαρακτήρα των χασικλήδων. Κι άλλη μια φορά, είδα πόσο μακριά, από τις μπούρδες πού κυκλοφορούν, βρίσκονται τα ήθη και έθιμα αυτών των παρεξηγημένων ανθρώπων.........".

(Άρθρο του Η.Π. στο περιοδικό "Kannabistreet", Ιούνιος 1998)

_______________________________________________________________

 

ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ,  του Ηλία Πετρόπουλου

("Η μοναδική εθνική ομάδα που αντιστέκεται ακόμη στην αθηναϊκή τυποποίηση-αποβλάκωση, είναι οι πόντιοι. Γράφω αυτό το άρθρο για να τιμήσω αυτήν την αντίσταση…").

   

Οι πόντιοι άρχισαν να καταφθάνουν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και, κυρίως, μετά την λεγόμενη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι τελευταίοι μας ήρθανε από την Σοβιετική Ένωση το 1940, σαν ένα πεσκέσι του Στάλιν. Δηλαδή, οι πόντιοι είναι επήλυδες, είναι ξενόφερτοι, είναι πρόσφυγες. Οι ελλαδικοί νεοέλληνες δεν συμπαθούν τους πρόσφυγες. Και ακριβώς: τα αντιποντιακά ανέκδοτα που σήμερα κυκλοφορούν, εκφράζουν (σε τελικήν ανάλυση) την αντιπάθεια των γηγενών κατά της πολυπληθέστερης προσφυγικής ομάδας που εγκαταστάθηκε στη χώρα μας

Τα τελευταία χρόνια άκουσα πολλά αντιποντιακά καλαμπούρια. Οι σύγχρονοι έλληνες (με την κοντή μνήμη, που τόσο τους χαρακτηρίζει) φαντάζονται ότι τα αντιποντιακά ανέκδοτα είναι ένα καινούργιο φρούτο και,  επιπλέον,  κρυφοκαμαρώνουν για την εξυπνάδα τους. Θα ήθελα να διαβεβαιώσω τον αναγνώστη πως, αφ' ενός, τα αντιποντιακά ανέκδοτα πρωτοφάνηκαν πριν αρκετές δεκαετίες και,  αφ'ετέρου, σχεδόν όλα αυτά τα πρόσφατα καλαμπούρια είναι ξένης προέλευσης - τα λένε οι "γνήσιοι" αμερικάνοι κατά των πολωνών, οι γάλλοι κατά των βέλγων κ.ο.κ. Πρoσέτι, οι νεοέλληνες ποτέ δεν θέλησαν να μάθουν το τι σκέφτονται οι άλλοι λαοί γι' αυτoύς. ( ... )Τα αντιποντιακά ανέκδοτα αποτελούν ένα τυπικό δείγμα προφορικού ενδορατσισμού. Οι πόντιοι κατέληξαν να είναι ο ύστατος στόχος των ελλαδικών ρωμιών. Πριν τους πόντιους είχαμε, για να γελάμε, τους κερκυραίους, τους καλαματιανούς, τους κρητικούς, τους ηπειρώτες, τους χιώτες, τους μυτιληνιούς, τους σαλονικιούς. Δεν καταγράφω εδώ, σαν στόχους, τους εβραίους, τους βλάχους, τους γύφτους, τους αρναούτηδες, τους πομάκους και τους αρμένηδες, γιατί θα έβγαινα έξω από τα όρια του άρθρου. Άλλωστε, όλοι μας ξέρουμε τον «έρωτα» που θρέφουμε για τους γύφτους,  καθώς ξέρουμε και τον εβραίο του καραγκιόζη μας ή τον Αγκόπ και τον μενιδιάτη που παρουσίαζαν κάποτε τα θέατρά μας.

Τα ενδορατσιστικά ανέκδοτα θέτουν τρία βασικά ερωτήματα: ποιος επιτίθεται, ποιο είναι το θύμα,  πού οφείλεται η επίθεση; Στην περίπτωση των καλαματιανών ("καλαματιανός σωματέμπορας" κτλ.) και των μανιατών ("ο μανιάτης ή νταβατζης ή μπασκίνας") και, γενικότερα, των πελοποννησίων ("μοραΐτης σαπιοκοιλιά"),  είναι σύσσωμος ο λοιπός ελληνικός λαός που επιτίθεται. Και η κρυφή αιτία αυτών των εθνοφαυλισμών είναι η καταπίεση του λαού μας εκ μέρους των μανιατών (εν γένει, μοραϊτών) που ελυμαίνονταν, μονοπωλιακά, την κρατική μηχανή.

Με τους αρβανίτες το πρόβλημα περιπλέκεται. Ο Βυζάντιος τους θεωρεί «έλληνες». Όμως, οι αρβανίτες (και, φυσικά, οι σουλιώτες!) δεν ήσανε έλληνες. Σήμερα, οι τέως αρβανίτες έχουν ελληνοποιηθεί τόσο πολύ, ώστε να ντρέπονται να ομoλoγήσoυν την καταγωγή τους. Οι αρβανίτες (καθώς οι βλάχοι),  έζησαν επί αιώνες μαζί με τους ρωμιούς,  στον ίδιο χώρο. Οι νεοέλληνες τους έτρεμαν. Οι νεοέλληνες έπαιρναν την εκδίκησή τους όπως μπορούσαν: εσάρκαζαν την αρβανίτικη προφορά, έβαζαν τον μπάρμπα¬Γιώργο να δέρνει τον Βεληγκέκα και, αμολάγανε δηλητηριώδεις φήμες για την πασίγνωστη πατριαρχική αιμομειξία των αρβανιτάδων και την ακόμη γνωστότερη στρατιωτική παιδεραστία τους. 

Με την οριστική νίκη των νεοελλήνων στα πλαίσια του νέου κράτους (που έφερε τον πομπώδη τίτλο "Ελλάς") οι αρβανίτες άλλαξαν χαβά γιατί κατάλαβαν πως θα έχουν την τύχη των φαναριωτών. 'Ομως, η ευγνωμονούσα Ελλάς, οφείλοντας την σύστασή της σχεδόν αποκλειστικά στους αρβανίτες, τους εχάρισε αρκετά προνόμια. Το κυριότερο απ' αυτά τα προνόμια υπήρξε (και παραμένει) το δικαίωμα των αρβανιτάδων να μπαίνουν στο στρατό και στην αστυνομία. Οι αρβανίτες ξεπλήρωσαν τα προνόμιά τους διαπράττοντας έναν εθνικό αυτοευνουχισμό. Συμπαθώ την λεβεντιά και την μπέσα των αρβανιτάδων. Ωστόσο, πολύ φοβάμαι ότι τώρα πια, οι αρβανίτες μας δεν έχουν να επιδείξουν πολλές περγαμηνές. Οι σημερινοί αρβανίτες (που ξεχάσανε και τη γλώσσα τους) διολισθαίνουν, ελισσόμενοι μεταξύ των άλλων ρωμιών(...).

    Εδώ και λίγα χρόνια αναπαράγονται και αναμεταδίδονται χιλιάδες αντιποντιακά ανέκδοτα. Είναι σαν να βαράνε απαξάπαντες οι ελλαδικοί την πιο δυνατή και την πιο άξια μειονότητα της χώρας μας. Όταν λέω "απαξάπαντες οι ελλαδικοί" είναι σαν να λέω "όλοι οι αθηναίοι", γιατί, έτσι που καταντήσαμε, η ταυτότητα "Αθήνα=Ελλάς",  προτείνεται σαν μια αληθινότατη αλήθεια.  Σήμερα πια, δεν είναι μόνον η Ελλάς που συγκεντρώθηκε στο αττικό λεκανοπέδιο, αλλά είναι η Αθήνα που επιβάλλει την μονότονη γλωσσοπολιτιστική της δικτατορία στην λοιπή Ελλάδα. Οι αθηναίοι του 1821 (δηλαδή, οι γκάγκαροι) ήσανε μια χούφτα θρασιμιών, που μιλάγανε μια φωνητικώς απαίσια διάλεκτο και,  που έκαναν το παν κατά των κλεφτών της Ρούμελης. Όσο και να προσπάθησε ο Καμπούρογλου, με την "Ιστορία των Αθηναίων" του,  οι γκάγκαροι παρέμειναν σαν ένα παράδειγμα προς αποφυγήν,  εσαεί (…). 

Καθώς συμβαίνει στις άλλες χώρες, έτσι θα συμβεί και στην Ελλάδα: η πρωτεύουσα θα επιβάλλει, τελικά, το μοντέλο της. Ο αθηναϊκός οδοστρωτήρας ισοπέδωσε ήδη τους αρβανίτες και τους κρητικούς, που δεν αντιδρούν παρά με γλοιώδη τρόπο (ρουσφέτια, κουμπαριλίκια, συμπατριωτιλίκι και τα τοιαύτα). Η χοάνη της Αθήνας έχει καταπιεί τη διάλεκτο των ποντίων της πρωτεύουσας. Οι σποραδικές ομάδες τους (π.χ. της Λακωνίας) οδηγήθηκαν σε αποδιοργάνωση. Όμως, οι πόντιοι της Θεσσαλονίκης και της μακεδονικής υπαίθρου πάντα αμύνονται. Ωστόσο, θα υποκύψουν κάποτε ...

Είχα μείνει με την εντύπωση ότι η ποντιακή διάλεκτος θα επιζούσε σαν αργκό. Πρόκειται για μια λανθασμένη ιδέα. Στον ορίζοντα διαφαίνεται ο θάνατος της ποντιακής διαλέκτου. Στην Ελλάδα διαθέτουμε την κουτσαβάκικη αργκό, που βασίζεται στην αναπλιώτικη ντοπιολαλιά,  ένα ιδίωμα που καλλιεργήθηκε επιμελώς από τους αρβανιτόμαγκες. Η αργκό μας είναι τα φωνητικώς ωραιότερα ελληνικά. Και οι αρβανίτες μάγκες είχαν (και έχουν) την ομορφότερη προφορά της αργκό. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Σε κάθε χώρα κατίσχυσε μια διάλεκτος, συνήθως η διάλεκτος της πρωτεύουσας. Μα, αυτό δεν είναι απόλυτο. Τα ευφωνικότερα γερμανικά τα μιλάνε στο Ανόβερο, ενώ τα βερολινέζικα θεωρoύvται κάπως βαριά. Όλοι οι ιταλοί είναι σύμφωνοι πως οι φλορεντινοί χρησιμοποιούν την πιο στρωτή διάλεκτο και, επίσης, ότι τα ιταλικά της Ρώμης είναι απαίσια. Ωστόσο (αυτοί που ξέρουν, λένε πως) τα ωραιότερα ιταλικά τα μιλάνε οι σαρδήνιοι (οσάκις δεν κρύβονται πίσω από την ακαταλαβίστικη vτoπιoλαλιά τους).

Η Ελλάδα δεν υιοθέτησε την διάλεκτο των γκάγκαρων. Και, κατά ευτυχή σύμπτωση, τα σημερινά αθηναίικα είναι, ακουστικώς, μια πεντακάθαρη διάλεκτος. Μπρος στην αθηναϊκή διάλεκτο τα ποντιακά φαντάζουν σαν μια γελοία και ακατανόητη γλώσσα. Τα ποντιακά είναι μια διάλεκτος μελλοθάνατη. Τα ποντιακά θα σβήσουν, όπως έσβησαν τα τσακώνικα…

                                                 

                                    (Περιοδικό "Σχολιαστής") /Παρίσι 31-7-1987

 

 

 

Η δημοσιογράφος Eve Jackson, δυόμισυ μήνες μετά τον θάνατο του Ηλία Πετρόπουλου, έγραψε στην εφημερίδα "Guardian" το παρακάτω άρθρο. Είναι σύντομο, περιεκτικό (περιέχει όλες σχεδόν τις σημαντικές πληροφορίες για τον συγγραφέα) και δεν φλυαρεί πουθενά!

 

"Ο Ηλίας Πετρόπουλος, που πέθανε σε ηλικία 75 χρόνων

στο Παρίσι, ήταν ένας σπουδαίος χρονικογράφος του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και της χαμοζωής. Έγινε ευρύτερα γνωστός απ'τη δουλειά του για τα ρεμπέτικα τραγούδια του αστικού υπόκοσμου, τα λεγόμενα "ελληνικά μπλουζ", που πρώτος – στα 1968 – ανθολόγησε και μελέτησε στο κοινωνικό τους περιβάλλον. Έγραψε 80 βιβλία και αναρίθμητα άρθρα για θέματα παραγνωρισμένα όπως ο τούρκικος καφές, τα ονόματα των δρόμων, τα καπέλα, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, τα μπουρδέλα, οι συμμορίες της πόλης, η ζωή στη φυλακή και τα κοιμητήρια.

Κατ'ουσίαν αναρχικός, ο Πετρόπουλος προτίμησε να μείνει εκτός κατεστημένου, για να μπορεί καλύτερα να εξαπολύει τις περιστασιακές επιθέσεις του σε πολιτικούς, την αστυνομία, την εκκλησία, τους ακαδημαϊκούς και άλλους που θεωρούσε υποκριτές ή κακεντρεχείς.

Εκτός απ'την καλλιτεχνική του παραγωγή και την λογοτεχνική κριτική, έγραφε με το χέρι, σχεδίαζε τα δικά του εξώφυλλα και συχνά εικονογραφούσε τη δουλειά του με τα δικά του, απολαυστικά φτιαγμένα, σχέδια. Άλλα του βιβλία ήταν εικονογραφημένα από γνωστούς καλλιτέχνες. Το γράψιμό του ποίκιλε, από λεκτικές ακροβασίες σε υψηλό ύφος, μέχρι ποιήματα αφτιασίδωτης απλότητας.

Ο Πετρόπουλος μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής- ο πατέρας του εθελοντής, σκοτώθηκε όταν αυτός ήταν 16 χρόνων- και του ελληνικού εμφύλιου, και σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Από αυτό το περιβάλλον προικίστηκε μ'ένα οξύ βλέμμα για την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, μια μόνιμη συμπάθεια για τους περιθωριακούς και τους αδύνατους, μια ισχυρή δόση μελαγχολίας και μια σκανδαλώδη αίσθηση του χιούμορ.

Μπήκε αρκετές φορές στη φυλακή για προκλήσεις κατά των Αρχών και είχε περαιτέρω ευκαιρίες για έρευνα, που τροφοδότησε βιβλία με προκλητικούς τίτλους όπως "Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη", "Της φυλακής" και το "Άγιο χασισάκι". Μετά από μια απ'τις πολλές διαμάχες του με την λογοκρισία κατά την διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας των ελλήνων συνταγματαρχών, το 1974 έφυγε για το Παρίσι όπου, για τα περισσότερα από τα υπόλοιπα 29 χρόνια της ζωής του, συνέχισε το ασυμβίβαστο έργο του σε ένα πιο δεκτικό περιβάλλον.

Σύμφωνα με την επιθυμία του, η σύντροφός του και συγγραφέας Μαίρη Κουκουλέ σκόρπισε τις στάχτες του από έναν υδραγωγό στους υπονόμους του Παρισιού, σε μια τελετή που συνοδευόταν από ένα μπουζούκι και ένα στοιχειωμένο ρεμπέτικο τραγούδι πάνω στο θέμα του θανάτου.

 

Ηλίας Πετρόπουλος, λαογράφος(26 Ιουνίου 1928-3 Σεπτεμβρίου 2003).

 

                  Απόδοση:Β.Γ. 

Made with Namu6