ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ, ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

Οριάνα Φαλάτσι: Γράμμα στον Πιερ Πάολο

(απόσπασμα από το 2ο τεύχος)

 

[...] Βγαίνοντας πέσαμε πάνω σε μια πορεία υπέρ του πολέμου στο Βιετνάμ. Το θυμάσαι; Κάτι μεσήλικες σήκωναν πλακάτ που έγραφαν ‘‘Βομβαρδίστε το Ανόι’’. Σου κακοφάνηκε πολύ. Για μια βδομάδα δεν σταμάτησες να μου εξηγείς, ταραγμένος, πως το πραγματικό επαναστατικό κίνημα, τότε, δεν ήταν στην Κίνα ούτε στη Ρωσία, αλλά στην Αμερική. "Πήγαινε στην Μόσχα, στην Πράγα, στην Βουδαπέστη και θα αντιληφθείς πως εκεί η επανάσταση έχει φαλιρίσει", έλεγες. "Ο σοσιαλισμός έφερε στην εξουσία μια τάξη διευθυντών και ο εργάτης δεν είναι πια ο αφέντης της μοίρας του. Πήγαινε στη Γαλλία, την Ιταλία, και θα καταλάβεις πόσο ο ευρωπαίος κομμουνιστής είναι ένας κενός άνθρωπος. Έλα στην Αμερική και θ’ ανακαλύψεις την πιο ωραία Αριστερά, αυτήν που ένας μαρξιστής όπως εγώ θα ’θελε να βρει. Οι επαναστάτες σ’ αυτά εδώ τα μέρη, μου φέρνουν στο νου τους πρώτους χριστιανούς. Είναι αμιγείς, ίδιοι ο Χριστός. Ξέρεις, σκέφτομαι να μεταφέρω στην Αμερική τη δράση της ταινίας μου για τον Απόστολο Παύλο".

Όλα, σχεδόν, τα στραβά της αμερικάνικης κουλτούρας τα συγχωρούσες. Αλλά πόσο σε πείραξε όταν δύο αμερικανίδες φοιτήτριες σε ρώτησαν ποιον ποιητή προτιμάς, εσύ φυσικά τους είπες τον Ρεμπό, κι αυτές δεν ήξεραν ποιος είναι… Γι’ αυτόν το λόγο εγκατέλειψες τότε έτσι ανικανοποίητος τη Νέα Υόρκη; Όχι, δεν ήταν γι’ αυτό. Έφυγες απογοητευμένος γιατί δεν πέθανες, γιατί στάθηκες στο χείλος της αβύσσου και δεν έπεσες. Οι νύχτες που πέρασες ψάχνοντας ν’ αυτοκτονήσεις, απλά και μόνο σου βαθούλωσαν περισσότερο τα μάγουλα, γέμισαν μ’ έξαψη και πυρετό το βλέμμα σου. "Νιώθω", μου έλεγες, "σαν μικρό παιδί που του πρόσφεραν μια τούρτα και που την τράβηξαν από μπροστά του μόλις εκείνο πήγαινε να τη δαγκώσει". Ναι, έπρεπε να περάσεις χίλια κύματα πριν βρεις κάποιον να σε σκοτώσει, δωρίζοντάς σου θάνατο συναφή κι αντάξιο της ζωής σου.

Λένε πως όταν ήθελες γινόσουν εύθυμος, φωνακλάς, σαματατζής, και πως γι’ αυτό σ’ άρεσε να συναναστρέφεσαι με νέους, να παίζεις μαζί τους μπάλα, για παράδειγμα, στις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Τη μελαγχολία την κουβαλούσες επάνω σου λες κι ήταν άρωμα κι η τραγωδία ήταν η μόνη ανθρώπινη κατάσταση που πραγματικά κατανοούσες. Αν κάποιος δεν ήταν δυστυχής, δεν σε ενδιέφερε. Θυμάμαι μια μέρα, με πόση στοργή έσκυψες πλάι μου, μου έπιασες το χέρι απ’ τον σφυγμό και μουρμούρισες, "Αλλά και συ από απελπισία, δεν πας πίσω!". Ίσως γι’ αυτό το θέλησε η μοίρα να ξαναβρεθούμε μετά από χρόνια. Ήταν στο Ρίο ντε Ζανέιρο. Είχες έρθει για διακοπές με την Μαρία Κάλλας. Οι εφημερίδες έγραφαν πως ήσασταν εραστές. Ήσασταν; Ξέρω πως δύο φορές στη ζωή δοκίμασες ν’ αγαπήσεις μια γυναίκα και δεν τα κατάφερες. Αλλά νομίζω πως δεν ήταν η Μαρία μια από τις δύο. Ήσασταν πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες, άλλη η αισθητική του ενός, άλλη του άλλου. Κι όμως δείχνατε τόσο ενωμένοι. Κάτι σας έδενε. Μια συνέργεια. Μια μυστήρια συνενοχή. Υποψιάζομαι πως εσύ την έβλεπες σαν αδελφή σου κι έκανες ό,τι μπορούσες για να ξεχάσει τον Ωνάση. Δεν τη βαριόσουνα ποτέ. Τη βοηθούσες ακόμη και να βάλει ή να βγάλει τα ρούχα της. Στην παραλία την περιποιόσουν αλείφοντας την πλάτη της με λάδι. Στα εστιατόρια δεχόσουν ήρεμος και με συγκατάβαση όλα της τα καπρίτσια, σαν υπομονετικός νοσηλευτής δημόσιου νοσοκομείου. Ναι, είχες μέσα σου τον ηρωισμό του ιεραπόστολου που βοηθάει λεπρούς, την καλοσύνη του άγιου που υπομένει με χαρά το μαρτύριο.

Ένα απόγευμα στην Κοπακαμπάνα (ο ουρανός ήταν χρυσοκόκκινος κι η Μαρία είχε αποκοιμηθεί στην άμμο), άρχισα να σου μιλώ για το πως βασάνιζαν οι βραζιλιάνοι τους πολιτικούς κρατουμένους. Σου περιέγραφα τα ηλεκτροσόκ, μ’ άκουγες απρόθυμα, σχεδόν ενοχλημένος που οι περιγραφές μου χαλούσανε τη μαγεία του ηλιοβασιλέματος. Κι όταν το κατάλαβες πως η αδιαφορία σου με πλήγωνε, άλλαξες κουβέντα. Σου επιτέθηκα λέγοντάς σου πως έτσι κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, πως δεν είσαι άνθρωπος εσύ και πως είναι ψεύτικες οι τόσες διαμαρτυρίες κι οι αγώνες σου, πως δεν είσαι άλλο από έναν νάρκισσο που μάχεται δήθεν για την αδικία μόνο και μόνο προς όφελος της ματαιοδοξίας του. Τότε, άρχισες να μιλάς για τον Χριστό. Κανένας κληρικός δεν μου έχει μιλήσει ποτέ με τέτοιο πάθος για τον Χριστό, όπως εσύ τότε.

Μια φορά μου έλεγες για τον Άγιο Αυγουστίνο. Για το πως έβλεπε αυτός την αμαρτία και την λύτρωση. Μου απάγγειλες από μνήμης όλη την παράγραφο από τις ‘‘Εξομολογήσεις’’ του, εκείνη όπου διηγείται για τη μητέρα του που μεθάει. Τότε κατάλαβα πως αναζητούσες την αμαρτία, ώστε να μπορείς μετά να αναζητήσεις τη σωτηρία. Κι όσο πιο χαμηλά τα κατάφερνες να πέσεις τόσο πιο ψηλά θα ερχότανε η λύτρωση να σ’ ανυψώσει και να σ’ ελευθερώσει. Όμως, όσα μου είπες για τον Χριστό εκείνο το απόγευμα στην Κοπακαμπάνα, έμειναν στη μνήμη μου χαραγμένα σαν ουλή. Γιατί ήταν ένας ύμνος στην αγάπη από τα χείλη ενός ανθρώπου που δεν πίστευε στη ζωή. Το έχω μεταφέρει στο βιβλίο που δεν θέλησες να διαβάσεις. Έβαλα να το λέει το αγέννητο μωρό, όταν παρεμβαίνει ως κατήγορος στη δίκη της μητέρας του. ‘‘Δεν είναι αλήθεια πως δεν πιστεύεις στην αγάπη, μαμά. Πιστεύεις παράφορα, τόσο που σε παραλύει η γνώση πως υπάρχει τόσο λίγη γύρω μας, κι αυτή που υπάρχει ποτέ δεν είναι τέλεια. Είσαι φτιαγμένη από αγάπη. Αλλά είναι αρκετό να πιστεύει κάποιος στην αγάπη αν δεν πιστεύει στη ζωή;’’.

Κι εσύ, Πιερ Πάολο, από αγάπη ήσουνα φτιαγμένος. Η πιο αυθόρμητη αρετή σου ήταν η γενναιοδωρία. Δεν ήξερες να λες όχι. Δώριζες -με γεμάτα χέρια- σ’ όποιον ζητούσε είτε χρήματα, είτε δουλειά, είτε φιλία. Στον Παναγούλη, για παράδειγμα, έγραψες τα προοίμια στις δύο ποιητικές συλλογές του και κάθισες να ελέγξεις, λέξη προς λέξη, με το ελληνικό κείμενο στο πλάι, αν μεταφράστηκαν σωστά. Μ’ αυτήν την ευκαιρία ξαναβρεθήκαμε μετά από καιρό. Κι όταν ο Αλέκος αποφυλακίστηκε κι ήρθε να μείνει στην Ιταλία, βγαίναμε συχνά οι τρεις μας για φαγητό. Ήταν χαρά μας να τρώμε μαζί σου, γιατί μαζί σου ποτέ κανείς δεν έπληττε.

Ένα βράδυ, σ’ εκείνο το εστιατόριο που σου άρεσε για τις μοτσαρέλες του, ήρθε κι ο Νινέτο. Σε αποκαλούσε ‘‘babbo’’, μπαμπάκα, γεράκο. Κι εσύ του φερόσουν όπως ένας γεράκος μπαμπάκας φέρεται στον γιόκα του, τον γεννημένο απ’ την κοιλιά του κι όχι από το σπέρμα του. Αλλά όταν σε αποχωριζόμασταν μετά το δείπνο, μας έπιανε μια θλίψη. Γιατί ξέραμε πού πήγαινες κάθε φορά. Και κάθε φορά ήταν σα να σε βλέπαμε να τρέχεις σ’ ένα ραντεβού με τον θάνατο. Κάθε φορά ήθελα να σε πιάσω απ’ το μπουφάν, να σε συγκρατήσω, να σε ικετεύσω, να σου επαναλάβω αυτό που σου είχα πει τότε στη Νέα Υόρκη, ‘‘Πας φιρί-φιρί, να φας το κεφάλι σου, Πιερ Πάολο!’’. Ήθελα να σου φωνάξω πως δεν είχες το δικαίωμα, γιατί η ζωή σου δεν ανήκε μόνο σε σένα και στο κυνήγι σου για τη σωτηρία. Ανήκε και σ’ όλους εμάς. Σε είχαμε ανάγκη. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στην Ιταλία ικανός ν’ αποκαλύπτει την αλήθεια όπως την αποκάλυπτες εσύ, κανείς ικανός να μας προτρέπει να σκεφτόμαστε όπως εσύ ήξερες να το κάνεις, κανείς ικανός να μας διαπαιδαγωγεί (μήπως κι αποκτήσουμε κοινωνική συνείδηση ως λαός), όπως εσύ μας διαπαιδαγωγούσες.

Σε μισούσα βλέποντάς σε να απομακρύνεσαι με το αυτοκίνητό σου, μ’ αυτό το ίδιο που ο Πελόζι θα σου πατούσε την καρδιά. Αλλά μετά αυτό το μίσος γινόταν τρελός θαυμασμός και αναφωνούσα ‘‘Τι θαρραλέος άνθρωπος!’’. Δεν αναφέρομαι στο ηθικό σου θάρρος, εκείνο το πεισματάρικο που σ’ έκανε είκοσι χρόνια να γράφεις μ’ αντάλλαγμα ύβρεις, λοιδορίες, χλευασμό και εκδίκηση. Αναφέρομαι στο ψυχικό σου σθένος. Έπρεπε κανείς να έχει γερό συκώτι για να μπορεί να συναναστρέφεται τον βόρβορο που συναναστρεφόσουν εσύ τις νύχτες. Έπρεπε να έχει το συκώτι εκείνων των χριστιανών, που μες το παραλήρημα των θεατών, έμπαιναν στο Κολοσσαίο, έτοιμοι να τους κατασπαράξουν τα λιοντάρια.

[...]

_______________________________________________________________

Ο Παζολίνι ηθοποιός το 1960 (από τα γυρίσματα της ταινίας "Gobbo" του Carlo Lizzani)

_______________________________________________________________

 

Ο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ

(απόσπασμα από το 2ο τεύχος)

 

Ο καπιταλισμός, η αστική ζωή και η αλλοτρίωση, τα νέα ήθη, η υποκουλτούρα της εξουσίας, ο μικροαστικός κόσμος, η έλλειψη κριτικής ικανότητας των νέων και η ηδονιστική ιδεολογία του καταναλωτισμού που πλησίαζαν με γοργό βηματισμό, καυτηριάζονται τρεις δεκαετίες πριν, από τον ιταλό που ενοχλούσε με τα άρθρα, τις ταινίες του και την ερωτική του ζωή…

 

Η ζωή του Παζολίνι είναι η αλληγορία ενός ταξιδιού στην πραγματικότητα, στη σύγκρουση ανάμεσα στην αθωότητα και την ενοχή, ανάμεσα στην επιθυμία και την κανονικότητα, τον έρωτα και τον ορθολογισμό. Και γι’ αυτό είναι και μια μεταφορά της ίδιας της χώρας όπου γεννήθηκε, στο πέρασμά της από ένα μικρό έθνος με επαρχιώτικες πολιτιστικές αξίες σε ένα έθνος ανεπτυγμένο στην βιομηχανική εποχή, με όλα τα ταρακουνήματα και τις αβεβαιότητες στις οποίες αυτή η ανελέητη διαδικασία υποβάλλει και δοκιμάζει τις συνειδήσεις και την ταυτότητα του λαού της και των διανοουμένων της. “Όταν βλέπω γύρω μου τους νέους να χάνουν τις παλιές λαϊκές αξίες”, έγραφε στις 27 Σεπτεμβρίου του ’74, “και να αφομοιώνουν τα καινούργια πρότυπα που επιβάλλει ο καπιταλισμός, διακινδυνεύοντας έτσι μια μορφή απανθρωπιάς, μια μορφή σκληρής αφασίας, μια κτηνώδη έλλειψη κριτικής ικανότητας, μια ουσιαστική παθητικότητα, θυμάμαι ότι αυτές ακριβώς ήταν οι τυπικές μορφές των Ες Ες και βλέπω να απλώνεται στις πόλεις μας η τρομερή σκιά του αγκυλωτού σταυρού. Βέβαια πρόκειται για ένα όραμα αποκαλυπτικό, αλλά αν δίπλα σ’ αυτά και στην αγωνία που τα προκαλεί δεν υπήρχε μέσα μου ένα στοιχείο αισιοδοξίας, η σκέψη δηλαδή ότι υπάρχει η δυνατότητα να παλέψουμε εναντίον όλων αυτών, απλώς δεν θα βρισκόμουν εδώ ανάμεσά σας να μιλάω”.

Περισσότερο από την Μπολόνια, την πόλη όπου γεννήθηκε, ήταν η επαρχία του Φριούλι, στη βορειοανατολική άκρη της Ιταλίας, η πατρογονική γη της μητέρας του που τον διαμόρφωσε. Το Φριούλι, ένας μικρός και αυτάρκης κόσμος, όπου η ιστορία εναποτίθεται και συσσωρεύεται με αργούς ρυθμούς, δίνοντας πνοή στις παραδόσεις και την τοπική γλώσσα, όπου θρησκεία και έρωτας είναι αξίες ισότιμες και σταθερές στο χρόνο.

Το άλλο πρόσωπο του κόσμου του είναι η Ρώμη. Η υπερμεγέθης, χαοτική και θηριώδης μεταμουσολινική Ρώμη της δεκαετίας του ’50. Μια παραμορφωμένη και αναιρετική εκδοχή της σύγχρονης ζωής των πόλεων. Όταν τον Ιανουάριο του 1950 εξαναγκάζεται να εγκαταλείψει το Φριούλι, ο Παζολίνι βιώνει αυτόν τον διωγμό από τον Παράδεισό του σαν μια δεύτερη γέννηση, γιατί το Φριούλι όπου νόμιζε πως θα περνούσε όλη του την ζωή δεν είναι άλλο από ένα “αναπλήρωμα” της μητρικής φιγούρας. Αλλά, επίσης, αυτός ο διωγμός και η “εξορία” του στην απάνθρωπη Ρώμη θα του επιβεβαιώσουν και θα του επικυρώσουν την αξεπέραστη δυϊκότητα, από την οποία δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδεσμευτεί, και που θα είναι αναγκασμένος, αμυνόμενος, να την προβάλλει στους άλλους για να μην τον απορρίπτουν. “Τι υπέροχη χώρα που ήταν η Ιταλία την περίοδο του φασισμού και αμέσως μετά!”, γράφει τον Ιούνιο του ’73. “Η ζωή ήταν όπως την ξέραμε από παιδιά και για είκοσι -τριάντα χρόνια δεν άλλαξε καθόλου. Τα απλά πράγματα έμοιαζαν προικισμένα με το δώρο της αιωνιότητας”.

Ο Παζολίνι σχολιάζει σε άρθρο του τα διηγήματα του φίλου και συνοδοιπόρου Σάντρο Πένα και νοσταλγεί τον δικό του χαμένο παράδεισο της εφηβείας. Στην Ιταλία επέρχεται η «γενοκτονία», το φαινόμενο της «ανθρωπολογικής αλλοίωσης» και ο ιδεολόγος Παζολίνι νιώθει αδύναμος, κάτι που αφήνει να φανεί στο απολογητικό του κείμενο...“Με πάθος μπορούσε κανείς να πιστεύει στην εξέγερση ή την επανάσταση, ούτως ή άλλως το υπέροχο πράγμα που ήταν εκείνη η μορφή της ζωής δεν θα άλλαζε. Μπορούσαμε να αισθανθούμε ήρωες της αλλαγής και της ανανέωσης, γιατί εκείνο που μας έδινε θάρρος και δύναμη ήταν η βεβαιότητα πως η πόλη και οι άνθρωποι, στη βαθύτερη και πιο όμορφη έννοιά τους, δεν θα άλλαζαν ποτέ. Θα καλυτέρευαν βέβαια οι οικονομικές τους συνθήκες και το μορφωτικό τους επίπεδο, αλλά αυτά δεν επρόκειτο να αλλοιώσουν την αλήθεια και τη γνησιότητα που καθόριζε το βλέμμα, τις χειρονομίες, τη συμπεριφορά του σώματος ενός άνδρα η ενός αγοριού. Οι πόλεις τελείωναν μέσα στην πυκνή βλάστηση της εξοχής, σε μεγάλους δρόμους περιστοιχισμένους με μονοκατοικίες, τρίπατες βίλες και εργατικές πολυκατοικίες, βαμμένες με εκείνα τα «αγαπημένα απαίσια χρώματα». Μετά το τέρμα των τραμ ή των λεωφορείων, άρχιζαν τα σταροχώραφα, τα κανάλια με τις λεύκες και τις αφροξυλιές, και πιο πέρα, εδώ κι εκεί, οι απομονωμένες συστάδες με γαζίες και μουριές. Τα χωριά, με τη δική τους ανέπαφη μορφή από αιώνες, απλώνονταν ή σε πράσινες πεδιάδες ή στους πρόποδες ιστορικών λόφων ή κατά μήκος των πλευρών των μικρών ποταμών. Ο κόσμος φορούσε φτωχά και χοντροκομμένα ρούχα, δεν τους ενδιέφερε αν ήταν μπαλωμένα τα παντελόνια τους, φτάνει να ήταν καθαρά και σιδερωμένα. Οι μεγάλοι δεν πολυπρόσεχαν τα αγόρια, κι αυτά μπροστά τους κοκκίνιζαν ελαφρά για τον ανδρισμό τους που γεννιότανε, με αδιάντροπη σεμνότητα και αξιοπρέπεια, κάτω από εκείνα τα ολοκάθαρα παντελόνια με τις βαθιές τσέπες. Υπακούοντας στον άγραφο νόμο που τα ήθελε παραγκωνισμένα, σχεδόν αγνοημένα, στέκονταν σιωπηλά στην άκρη -είχε όμως αυτή η σιωπή τους μια ένταση και μια ταπεινή θέληση για ζωή- δεν ήθελαν άλλο από το να πάρουν σιγά-σιγά τη θέση των πατεράδων τους. Τόσο ήταν το φως μες τα μάτια τους, τόση η καθαρότητα σ’ ολόκληρο το είναι τους, τόση η χάρη στον αισθησιασμό τους, που κατέληγαν να αποτελούν έναν άλλο κόσμο μέσα στον κόσμο, για όποιον ήξερε να τον δει […].

Μεταφράσεις και επιμέλεια: Βαγγέλης Σακαντάρης

ΠΑΖΟΛΙΝΙ, ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ

________________________

Το 1921 η Σουζάννα Κολούσι, 31 ετών, δασκάλα, παντρεύεται στην Καζάρσα, τον 30χρονο υπολοχαγό του πεζικού Κάρλο Αλμπέρτο Παζολίνι. Στις 5 Μαρτίου του ’22, γεννιέται στη Μπολόνια ο Πιερ Πάολο και τρία χρόνια αργότερα ο αδελφός του Γκουίντο. Η οικογένεια, λόγω των μεταθέσεων του πατέρα μετακινείται κάθε χρόνο σε διαφορετικές πόλεις της βορείου Ιταλίας και περνάει τα καλοκαίρια κοντά στους συγγενείς της Σουζάννας στην Καζάρσα της επαρχίας του Φριούλι, όπου από το 1942, εξ αιτίας των επερχόμενων συμμαχικών βομβαρδισμών στις πόλεις, θα εγκατασταθούν μόνιμα. Από το ’39 ο Πιερ Πάολο παρακολουθεί τα μαθήματα της Φιλοσοφικής Σχολής της Μπολόνιας. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του ’43 καλείται να υπηρετήσει στο στρατό όπου μετά την Ανακωχή και την πτώση της φασιστικής κυβέρνησης συλλαμβάνεται από τους γερμανούς, μαζί με εκατοντάδες άλλους στρατεύσιμους, και οδηγούμενος προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Γερμανία, καταφέρνει να δραπετεύσει και να επιστρέψει πεζός στην Καζάρσα. Το ’42 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή στην τοπική διάλεκτο, και το ’45 σε συνεργασία με νέους πανεπιστημιακούς ιδρύει την “Μικρή Ακαδημία της φριουλάνικης γλώσσας”, ένα κέντρο μελετών για την γλώσσα και τον πολιτισμό του Φριούλι, εκδίδει ένα περιοδικό και επιμελείται λογοτεχνικές εκδόσεις στα φριουλάνικα.

Το 1950 εγκαθίσταται στη Ρώμη. Γνωρίζεται με τον ποιητή Σάντρο Πένα και άλλους διανοούμενους, οι οποίοι θα τον βοηθήσουν εισάγοντάς τον στους λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Τα επόμενα χρόνια θα έχει δραστήρια συνεργασία με περιοδικά, εργάζεται πάνω σε ανθολογίες ποιημάτων και φιλολογικές μελέτες, γράφει σενάρια και διηγήματα στα ρομάνικα, την γλώσσα του υποπρολεταριάτου της Ρώμης, και το ’55 γίνεται ευρέως γνωστός, όταν ο εκδότης Λίβιο Γκαρτζάντι θα τολμήσει να εκδώσει “Τα παιδιά της ζωής”, το μυθιστόρημα που θα ανατρέψει τα δεδομένα της μεταπολεμικής ιταλικής λογοτεχνικής παραγωγής.

Το 1961 αποφασίζει να στραφεί στον κινηματογράφο, καθώς αντιλαμβάνεται πως η εικόνα, για αυτά που θέλει να πει, είναι δυνατότερη από τον γραπτό λόγο. Γυρίζει το “Ακατόνε” και το “Μαμά Ρώμη” με ακραία νεορεαλιστική οπτική, και το ’63 την μεσαίου μήκους “Η ρικότα, το τυρί”, συμμετοχή σε μια σπονδυλωτή ταινία, που μαζί με το “Ακατόνε” θεωρούνται τα αριστουργήματά του.

Ακολουθεί το ντοκιμαντέρ “Τρυφερές Συνελεύσεις”, μία καταγραφή των ηθών και των αντιλήψεων των Ιταλών για τις ερωτικές σχέσεις, το “Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο”, η πολιτική αλληγορία “Κακά πουλιά και μικρά πουλιά” και οι μικρού μήκους “Τι είναι τα σύννεφα;” και “Η Γη ιδωμένη από το φεγγάρι”, άλλες δύο συμμετοχές σε σπονδυλωτές ταινίες.

Το 1967 παρουσιάζει τον “Οιδίποδα Τύραννο”, την πιο αυτοβιογραφική του ταινία, το ’68 το “Θεώρημα”, τον επόμενο χρόνο το “Χοιροστάσιο” και το ’70 τη “Μήδεια” με πρωταγωνίστρια την Μαρία Κάλλας, με την οποία συνδέεται στενά και ταξιδεύουν μαζί στην Ελλάδα, την Αφρική και την Νότια Αμερική. Της αφιερώνει μία ποιητική του συλλογή και σχεδιάζει να ανεβάσει γι’ αυτήν το “Μάνα Κουράγιο” του Μπρεχτ. Παράλληλα με τις ταινίες μεγάλου μήκους γυρίζει μικρά ντοκιμαντέρ, καταγραφή προσώπων, χώρων και γεγονότων, “σημειώσεις” για μελλοντικά σχέδια ταινιών, στην Μέση Ανατολή, την Ινδία και την Αφρική, ενώ ανεβαίνουν δύο από τα πέντε θεατρικά που έγραψε το ’65.

Το 1971 αρχίζει να γυρίζει την “Τριλογία της Ζωής”, αποτελούμενο από το “Δεκαήμερο”, μία επιλογή από τις ιστορίες του Βοκκάκιου, “Τους θρύλους του Καντέρμπουρυ”, από τις ιστορίες του Τσόσερ, και “Τα καλύτερα από τις Χίλιες και Μία Νύχτες”. Συγκεντρώνει και εκδίδει τα κατά καιρούς δημοσιευμένα άρθρα του σε περιοδικά και εφημερίδες καθώς και τα λογοτεχνικά και κινηματογραφικά του δοκίμια.

Τον Μάιο του ’75 εκδίδει τα “Κουρσάρικα γραπτά”, τα πλέον πολέμια άρθρα του στην εφημερίδα «Κοριέρε ντέλα σέρα», απόσταγμα των πολιτικών του απόψεων. Αρχίζει το γύρισμα του “Σαλό ή Οι 120 ημέρες των Σοδόμων”, ενώ παράλληλα επεξεργάζεται το σενάριο της επόμενης ταινίας του με τον ναπολιτάνο καρατερίστα ηθοποιό Εντουάρντο ντε Φιλίπο και τον Νινέτο Ντάβολι.

Το πρωί της Κυριακής 2 Νοεμβρίου του ’75, θα βρεθεί νεκρός σε μια ερημική παραλία της Όστια, κοντά στη Ρώμη. Οι πραγματικές συνθήκες του θανάτου του καθώς και ο ακριβής αριθμός των εμπλεκομένων στο φόνο, δεν έχει ακόμη αποσαφηνισθεί πλήρως.

Στο γραφείο του βρέθηκε το κείμενο της παρέμβασής του στο συνέδριο του Ιταλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος, όπου είχε προσκληθεί να μιλήσει τις επόμενες ημέρες. Στην τελευταία σελίδα, που βρισκόταν ακόμη επάνω στη γραφομηχανή, έγραφε: “Πιστεύω πάντως πως εσείς μπροστά σ’ όλα όσα συμβαίνουν δεν θα πρέπει να κάνετε τίποτε άλλο από το να συνεχίσετε απλά να είσαστε αυτό που είστε -οι εαυτοί σας. Πράγμα που σημαίνει, να είστε συνεχώς απρόβλεπτοι. Να ξεχνάτε αμέσως τις μεγάλες επιτυχίες και να συνεχίζετε ατάραχοι, με επιμονή και πάντα αντίθετοι, να ζητάτε, να διεκδικείτε, να θέλετε και να ταυτίζεστε με το διαφορετικό. Να προκαλείτε σκάνδαλο! Να βλαστημάτε!”.

 

 

(Σημ.: Το παραπάνω βιογραφικό δεν συμπεριλαμβάνεται στα κείμενα "Παζολίνι-Λεπτομέρειες" του 2ου τεύχους του "Heteron 1/2")

 

Made with Namu6