(απόσπασμα)
Υπάρχει ένα παλιό κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τίτλο “Η συκιά”, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλιαράκι του “Με τέχνη και με πάθος”. Πρόκειται για μια σειρά δοκιμίων του ποιητή, που τα χρονικά όρια της συγγραφής τους εκτείνονται μέσα στα πλαίσια μιας τριακονταετίας (1956-1986), τόσο μακρύς ήταν ο πόλεμoς της γραφής τους, τριακοντούτης! Η “συκιά” γράφτηκε στη διάρκεια του τελευταίου έτους και η έκτασή του είναι πολύ μικρή, τέσσερις μόλις παράγραφοι, όπου όμως συμπυκνώνεται, με αξιοθαύμαστο τρόπο, ένα μέγιστο πλήθος στοιχείων και ποικίλων θεμάτων.
Ο Χριστιανόπουλος, με το γνώριμο τσουχτερό ύφος του, αναφέρεται στην αδικία που έχει γίνει σε βάρος της συκιάς, από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας, η οποία –καθώς εύστοχα επισημαίνει: «δεν έπαψε, αιώνες τώρα, ν’ αδιαφορεί για την καταλαλιά του κόσμου, χαρίζοντάς μας ταπεινά και μουλωχτά τα μελωμένα και γλυκόρευστα σύκα της».
Παρά το γεγονός της τερπνής απόλαυσης που προσφέρει το φρούτο αυτό στην αίσθηση της γεύσης, οι άνθρωποι δεν σταμάτησαν καθόλου να περιφρονούν τη συκιά. Δεν ήταν ξαφνική και άνευ λόγου, βέβαια, τούτη η καταφρόνηση, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαχρονικής επίθεσης, σχεδόν επίμονης και συστηματικής, που δέχθηκε το συγκεκριμένο δέντρο και ο εκλεκτός καρπός του, από δυο διαφορετικούς μεσογειακούς πολιτισμούς∙ εκείνον της αρχαιότητας, και τον πολιτισμό των πρώτων χριστιανικών χρόνων. [...]
Αποδιοπομπαίοι τράγοι
Αν αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος, η καλή, ας αντικρίσουμε κατάματα και την άλλη, την ανάποδη. Πρόκειται για μια απάνθρωπη και αποτρόπαιη τελετουργία της αρχαιότητας η οποία, παρεμπιπτόντως, δεν ταιριάζει καθόλου με το πνεύμα του ελληνισμού. Αναφέρομαι στο έθιμο του αποδιοπομπαίου τράγου ή φαρμακού, το οποίο πρέπει να εννοήσουμε ως μια πράξη αποτρεπτικής μαγείας για το ξόρκισμα του κακού.
Τον 6ο αιώνα π.Χ., κάθε φορά που μια μεγάλη συμφορά (επιδημία, ξηρασία, πείνα…) έπεφτε σε κάποια πόλη στα παράλια της Μικράς Ασίας, οι Έλληνες επέλεγαν έναν αποκρουστικό ή παραμορφωμένο άντρα προκειμένου να εξιλεωθούν. Τον τάιζαν, στην αρχή, με ξερά σύκα και άλλες διαλεχτές λιχουδιές. Τον χτυπούσαν, έπειτα, στα γεννητικά του όργανα, εφτά φορές, με κλαδιά αγριοσυκιάς. Στο τέλος, έκαιγαν τον δόλιο και σκόρπιζαν τη στάχτη του στη θάλασσα.
Αυτά αναφέρει ο Ιππώνακτας, ένας αθυρόστομος ποιητής εκείνης της εποχής. Το βαθύτερο νόημα της πράξης αυτής, ήταν να φορτωθεί ο «εκλεκτός» όλα τα δεινά που μάστιζαν την πόλη, μια τελετουργία κάθαρσης, αποτροπής του κακού και εξαγνισμού. Αλλά και οι Αθηναίοι συντηρούσαν με δημόσια έξοδα μερικά υποψήφια θύματα. Σε ανάλογες περιπτώσεις, συνήθως στη διάρκεια των Θαργηλίων, μιας θερινής εορτής για τη συγκομιδή των καρπών, ακολουθούσαν το ίδιο περίπου τυπικό.
Εδώ έχουμε δύο ταλαίπωρους, ο ένας προοριζόταν για τους άντρες, και ο άλλος για τις γυναίκες, κάμποσες φορές μάλιστα ανήκε στο φύλο τους. Μια πλεξίδα με άσπρα σύκα κρεμόταν στο λαιμό του ενός, ενώ στον άλλο τα σύκα ήταν μαύρα. Το δάρσιμο με κλαδιά συκιάς, στα γεννητικά τους όργανα, αποσκοπούσε στην ενεργοποίηση των γονιμικών δυνάμεων της φύσης. Δεν τους έκαιγαν, τους περιέφεραν μέσα στην πόλη και, τελικά, τους οδηγούσαν έξω από τα όρια αυτής, στην ερημιά, όπου τους αποτέλειωναν με λιθοβολισμό, τους δόλιους.[...]
_______________________________________________________________
ΟΛΩΣ ΣΥΝΤΟΜΟ, ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΕΝΤΕΛΩΣ
ΑΚΑΡΙΑΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ
Παλατινή Ανθολογία, XII, 204, Στράτων
Τώρα μπορείτε κείνο να το πείτε:
«Τα χρυσαφένια για τα μπακιρένια…»
Παίζουν το δώσε – πάρε ο Σωσίβιος ο καλός
κι ο πυκνοτρίχης, δυστυχώς μου, Διοκλής!
Μα ποιος ποτέ λογάριασε τα ρόδα με τα βάτα;
Και ποιος τα μανιτάρια με τα σύκα;
Και ποιος αρνάκι τρυφερό και τροφαντό με βόδι;
Τι δίνεις, ασυλλόγιστε, τι παίρνεις πίσω;
Παλατινή Ανθολογία, XII, 185, Στράτων
Αυτά τα ακατάδεχτα αγόρια,
τα τυλιγμένα την πορφύρα γύρω γύρω,
όσα εμείς διστάζουμε να πλησιάσουμε,
Δίφιλε, όπως τα μεστωμένα σύκα, ψηλά,
πάνω στ’ απόκρημνα τα βράχια,
οι γύπες θα τα φαν και τα κοράκια.
Παλατινή Ανθολογία, V, 80, Πλάτων
Μήλο είμαι. Αυτός που σ’ αγαπά,
με πετάει σ’ εσένα Ξανθίππη.
Δέξου με, την ίδια μοίρα θα ’χουμε:
κι εγώ και συ θα μαραθούμε.
Παλατινή Ανθολογία, V, Πλάτων
Σου ρίχνω μήλο, αν το δεχθείς,
πως μ’ αγαπάς σημαίνει.
Ας μου προσφέρεις τότε
την αγνότητά σου, ω κόρη!
Αν έχεις πάλι άλλα στο μυαλό σου,
και πάλι δέξου το αυτό το μήλο.
Θα σε διδάξει πόσο λιγόχρονο,
περαστικό το κάλλος είναι.
Ficetum nunc Labienus habet, XII, 33, Μαρτιάλης
Ο Λαβιηνός κήπους πουλά με δέντρα οπωροφόρα
για ν’ αγοράσει αγόρια ως λεν οι γλώσσες οι κακές,
απ’ όλα εκείνα τα εύφορα κτήματά του, τώρα
του έχει απομείνει μονάχα μια μάντρα με συκιές!
Non eadem res est, XII, 96, Μαρτιάλης
Πιστό σύζυγο πως έχεις και καλόβολο, γνωρίζεις,
κι ούτε με γυναίκες άλλες είναι η κλίνη σου κοινή
αλλ’ ανόητη, κάθε αγόρι σαν αντίζηλο αντικρίζεις,
αν στον άντρα σου χαρίσει λίγη πρόσκαιρη ηδονή!
Μα, σ’ αυτά τ’ αγόρια, μάθε πως χρωστάς ευγνωμοσύνη,
για χατίρι τους γυναίκες ο άντρας σου άλλες δεν κοιτά,
καθώς χαίρεται μαζί τους ό,τι η σύζυγος δεν δίνει –
και μην πεις «κι εγώ το δίνω, ξένο πράμα ας μη ζητά!»
Σύκο με φραγκόσυκο ίδια, μάθε, γλύκα δεν προσφέρει –
μη ρωτάς ποιο είναι το σύκο, είσαι συ η φραγκοσυκιά!
Πρέπει, η σύζυγος, γυναίκας και κυράς τα χρέη να ξέρει
την αποστολή του ας έχει κάθε αγόρι τη γλυκιά!
Αίνος, Α.Β. Στρατής
Μέρα λαμπρή, Αυγούστου
όταν ώριμο σκάει το σύκο,
η λαχτάρα ανοίγει στα δυο.
Κρυμμένα τα τζιτζίκια
δαιμονικά
το μεσημέρι κυβερνούν.
Πάνω λαμνοκοπά ο ήλιος,
η δωρεά του εδώ κάτω:
Της ιδρωμένης πέτρας η αφή.
(Επιμέλεια: Ν. Τρέτος)



